Guardian, 31 Jan 2020

By Gisela Stuart

 

 

(Gisela Stuart was the Labour MP for Birmingham Edgbaston from 1997 to 2017 and chair of Vote Leave.)

 

The strange thing is not that Britain is leaving the EU – it’s that we ever joined

 

The UK wanted economic cooperation, not political union. After Maastricht, the die was cast.

In 20 years’ time it will be seen as more remarkable that we joined the Common Market in 1973 than that we voted to leave the European Union in 2016. If ever there was a mismatch of intentions, needs and aspirations, it was our 47-year membership. To paraphrase Professor Henry Higgins in My Fair Lady, both sides kept asking: “Why can’t they be more like me?”

 

 

This game of push-me-pull-you worked well for the first 25 years, but once the single currency was created the tensions ultimately became unmanageable. The Maastricht opt-outs on the euro and the common travel area were crucial. They declared that it was no longer a “two-speed Europe”, a union with a common destination, where it would merely take some countries a bit longer to get there than others. Instead it was a Europe where some countries just had a different understanding of democracy and how they wished to be governed.

 

The aim of the postwar settlement was to keep communism out and contain Germany while enabling it to be economically successful. Two models emerged for the way European nation states might relate to each other, given that aim. One was based entirely on trade – the European Free Trade Association (Efta); the other used trade as a means to achieve political integration – the Common Market. Once the UK had left Efta and joined the Common Market in 1973, Efta was diminished and no longer offered an effective alternative.

 

After that, the UK’s approach to the EU depended on context. Our two biggest political parties have at times swung from being all for it to outright hostile. Margaret Thatcher embraced the creation of the single market without fully appreciating that for some it wasn’t so much about trade but about providing the foundations for a single currency. The Labour party under Neil Kinnock embraced the EU when the Jacques Delors commission delivered the social policies the Thatcher government opposed.

 

Tony Blair proved a full-fledged devotee. For him the rationale was geopolitical and strategic. The EU provided the UK with an opportunity to shape the world’s future. During his first term of office he vigorously made the case for the EU, created cross-cutting ministerial bodies, encouraged working with sister parties and even told ministers to go and learn foreign languages.

 

The invasion of Iraq changed all that. The UK sided with the US, and Blair never recovered. In 2005 the British people were promised a referendum on the European constitution, although the three main parties found reasons to ditch that promise after the election.

When he became prime minister, David Cameron set out not to “bang on about Europe”. Parliament no longer debated ahead of European council meetings, and the annual discussions about fisheries or agriculture disappeared too.

When the in-out referendum was announced, I asked myself what it would take for me to vote remain. If the EU had acknowledged that the institutional architecture should have changed to accommodate euro countries, which required deeper political integration, and non-euro countries, which needed a looser framework, I would have said: “OK, let’s give it a try.” Not a case of British opt-outs, but an EU that recognises two kinds of membership: a core and a periphery.

Britain originally joined a political project for economic reasons, and the remain campaign made the case for continued membership on economic grounds. But for once, it wasn’t the economy, stupid. People voted to leave for reasons of community, identity and belonging. Our organic constitution has at its roots the principle that we vote for individuals who represent particular policies, and they operate within a set of rules that can be changed by the people via elections. These deep emotions are more powerful than money. It is wrong to ignore them, and even worse to sneer and belittle them.

Compared with the bloody battles of other periods in our history, the significant upheavals of the last few years have been remarkably peaceful. One referendum, two general elections and three prime ministers later, the British people affirmed that they still meant what they said in 2016. There have been no profound ruptures in our democratic structures, and the party political system has shown remarkable resilience.

As we are leaving, the EU, like us, will have to make changes to the way it works. That’s all to the good. Whatever the future holds, however, we must all remain friends, as well as Europeans.

 

 

 

 

Guardian, 31 Ιαν 2020

Της Gisela Stuart (μετάφραση: Κ. Βέργος)

 

(Η Gisela Stuart ήταν βουλευτής του Εργατικού Κόμματος για το Birmingham Edgbaston από το 1997 έως το 2017 και προεδρεύουσα στην εκστρατεία υπέρ του Brexit.)

Το παράξενο δεν είναι ότι η Βρετανία εγκαταλείπει την ΕΕ, αλλά ότι κάποτε ενταχθήκαμε

Το Ηνωμένο Βασίλειο ήθελε οικονομική συνεργασία, όχι πολιτική ένωση. Μετά το Μάαστριχτ, ο κύβος ερρίφθη.

 

Σε 20 χρόνια, θα φανεί πιο αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενταχθήκαμε στην κοινή αγορά το 1973 από το ότι ψηφίσαμε να εγκαταλείψουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016. Αν ποτέ υπήρξε αναντιστοιχία προθέσεων, αναγκών και φιλοδοξιών, ήταν η 47ετής συμμετοχή μας. Για να παραφράσω τον καθηγητή Henry Higgins στην «Όμορφη Κυρία μου», και οι δύο πλευρές συνέχιζαν να ρωτούν: «Γιατί δεν μπορούν να μου μοιάσουν περισσότερο;»

 

 

 

 

 

 

 

Αυτό το παιχνίδι του σπρώξε-με-σε-τραβώ δούλεψε καλά για τα πρώτα 25 χρόνια, αλλά μόλις δημιουργήθηκε το ενιαίο νόμισμα, οι εντάσεις τελικά έγιναν μη ελέγξιμες. Οι εξαιρέσεις του Μάαστριχτ για το ευρώ και τον κοινό ταξιδιωτικό χώρο ήταν κρίσιμες. Δήλωναν ότι δεν επρόκειτο πλέον για μια «Ευρώπη δύο ταχυτήτων», μια ένωση με κοινό προορισμό, όπου θα χρειαζόταν απλώς σε ορισμένες χώρες λίγο περισσότερος χρόνος για να φτάσουν εκεί από ό,τι σε άλλες. Αντιθέτως, ήταν μια Ευρώπη όπου ορισμένες χώρες είχαν απλώς διαφορετική αντίληψη για την δημοκρατία και τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούσαν να κυβερνηθούν.

 

Στόχος της μεταπολεμικής διευθέτησης ήταν να κρατήσει τον κομμουνισμό έξω και να συγκρατήσει τη Γερμανία, επιτρέποντάς της παράλληλα να είναι οικονομικά επιτυχημένη. Δύο μοντέλα προέκυψαν για τον τρόπο με τον οποίο τα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη θα μπορούσαν να σχετίζονται μεταξύ τους, δεδομένου αυτού του στόχου. Το ένα βασίσθηκε εξ ολοκλήρου στο εμπόριο – η Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Το άλλο χρησιμοποίησε το εμπόριο ως μέσο για την επίτευξη της πολιτικής ολοκλήρωσης – η Κοινή Αγορά. Όταν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την ΕΖΕΣ και προσχώρησε στην Κοινή Αγορά το 1973, η ΕΖΕΣ μειώθηκε και δεν προσέφερε πλέον μια αποτελεσματική εναλλακτική λύση.

Στη συνέχεια, η προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ εξαρτιόταν από το πλαίσιο. Τα δύο μεγαλύτερα πολιτικά μας κόμματα έχουν κατά καιρούς μεταπηδήσει από το να είναι εντελώς υπέρ στο να είναι εντελώς κατά. Η Margaret Thatcher αγκάλιασε την δημιουργία της ενιαίας αγοράς μη αντιλαμβανόμενη πλήρως ότι για κάποιους δεν επρόκειτο τόσο για το εμπόριο όσο για την δημιουργία βάσεων για ένα ενιαίο νόμισμα. Το Εργατικό Κόμμα υπό τον Neil Kinnock αγκάλιασε την ΕΕ όταν η Κομισιόν υπό τον Jacques Delors ανακοίνωσε τις κοινωνικές πολιτικές στις οποίες αντιτάχθηκε η κυβέρνηση Θάτσερ.

Ο Τόνι Μπλερ αποδείχτηκε πλήρως αφοσιωμένος. Γι’ αυτόν η λογική ήταν γεωπολιτική και στρατηγική. Η ΕΕ παρείχε στο Ηνωμένο Βασίλειο την ευκαιρία να διαμορφώσει το μέλλον του κόσμου. Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του υποστήριξε σθεναρά την ΕΕ, δημιούργησε διατομεακά υπουργικά όργανα, ενθάρρυνε τη συνεργασία με αδελφούς κομματικούς κύκλους και έφθασε να πει στους υπουργούς να πάνε να μάθουν ξένες γλώσσες.

 

 

Η εισβολή στο Ιράκ άλλαξε όλα αυτά. Το Ηνωμένο Βασίλειο πήρε το μέρος των ΗΠΑ και ο Μπλερ δεν ανέκαμψε ποτέ. Το 2005 ο Βρετανικός λαός έλαβε την υπόσχεση για δημοψήφισμα σχετικά με το Ευρωπαϊκό σύνταγμα, αν και τα τρία βασικά κόμματα βρήκαν λόγους να εγκαταλείψουν την υπόσχεσή τους μετά τις εκλογές.

Όταν έγινε πρωθυπουργός, ο Ντέιβιντ Κάμερον ξεκίνησε να μη «λέει ψέματα για την Ευρώπη». Το Κοινοβούλιο δεν συζητούσε πλέον πριν από τις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, και οι ετήσιες συζητήσεις για την αλιεία ή τη γεωργία εγκαταλείφθηκαν επίσης.

Όταν ανακοινώθηκε δημοψήφισμα για το Brexit, αναρωτήθηκα τι θα μου χρειαζόταν για να ψηφίσω υπέρ της παραμονής. Εάν η ΕΕ είχε αναγνωρίσει ότι η θεσμική αρχιτεκτονική έπρεπε να είχε αλλάξει για να εξυπηρετήσει τις χώρες του ευρώ, οι οποίες απαιτούσαν βαθύτερη πολιτική ολοκλήρωση, και τις χώρες εκτός του ευρώ, οι οποίες χρειάζονταν ένα πιο χαλαρό πλαίσιο, θα είχα πει: «Εντάξει, ας δώσουμε μια ευκαιρία.» Όχι μια περίπτωση Βρετανικών opt-outs (δικαιωμάτων εξαίρεσης κατά περίπτωση), αλλά μια ΕΕ που αναγνωρίζει δύο είδη ένταξης και συμμετοχής: ενός πυρήνα και μιας περιφέρειας.

Αρχικά, η Βρετανία συμμετείχε σε ένα πολιτικό πρότζεκτ για οικονομικούς λόγους, και η εκστρατεία υπέρ της παραμονής υποστήριξε την συνέχιση της παραμονής για οικονομικούς λόγους. Αλλά εδώ πια, δεν ήταν η οικονομία, ηλίθιε. Οι άνθρωποι ψήφισαν να φύγουν για λόγους κοινότητας, ταυτότητας και αισθήματος του ανήκειν κάπου. Το οργανικό σύνταγμά μας έχει στις ρίζες του την αρχή ότι ψηφίζουμε για τα άτομα που εκπροσωπούν συγκεκριμένες πολιτικές και λειτουργούν στο πλαίσιο ενός συνόλου κανόνων που μπορούν να αλλάξουν από τον λαό μέσω εκλογών. Αυτά τα βαθιά συναισθήματα είναι πιο ισχυρά από τα χρήματα. Είναι λάθος να τα αγνοούμε, και ακόμη χειρότερα να τα χλευάζουμε και να τα υποτιμούμε.

Σε σύγκριση με τις αιματηρές μάχες άλλων περιόδων στην ιστορία μας, οι σημαντικές αναταραχές των τελευταίων ετών ήταν εντυπωσιακά ειρηνικές. Ένα δημοψήφισμα, δύο γενικές εκλογές και τρεις πρωθυπουργοί αργότερα, και ο Βρετανικός λαός επιβεβαίωσε ότι εξακολουθούσε να εννοεί αυτό που είπε το 2016. Δεν έχουν σημειωθεί σημαντικές ρήξεις στις δημοκρατικές δομές μας, και το κομματικό πολιτικό σύστημα έχει επιδείξει αξιοσημείωτη αντοχή.

 

Καθώς φεύγουμε, η ΕΕ, όπως και εμείς, θα πρέπει να κάνει αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της. Αυτό είναι καλό. Ό,τι και αν επιφυλάσσει το μέλλον, ωστόσο, πρέπει όλοι να παραμείνουμε φίλοι, καθώς και Ευρωπαίοι.