Time, 15/12/2021

Editorial (Dec. 2014)

Silent Night: The Story of the World War I Christmas Truce

On a crisp, clear morning 100 years ago, thousands of British, Belgian and French soldiers put down their rifles, stepped out of their trenches and spent Christmas mingling with their German enemies along the Western front. In the hundred years since, the event has been seen as a kind of miracle, a rare moment of peace just a few months into a war that would eventually claim over 15 million lives. But what actually happened on Christmas Eve and Christmas Day of 1914 — and did they really play soccer on the battlefield?

Pope Benedict XV, who took office that September, had originally called for a Christmas truce, an idea that was officially rejected. Yet it seems the sheer misery of daily life in the cold, wet, dull trenches was enough to motivate troops to initiate the truce on their own — which means that it’s hard to pin down exactly what happened. A huge range of differing oral accounts, diary entries and letters home from those who took part make it virtually impossible to speak of a “typical” Christmas truce. To this day historians continue to disagree over the specifics: no one knows where it began or how it spread, or if, by some curious festive magic, it broke out simultaneously across the trenches. Nevertheless, some two-thirds of troops — about 100,000 people — are believed to have participated in the legendary truce.

Most accounts suggest the truce began with carol singing from the trenches on Christmas Eve, “a beautiful moonlit night, frost on the ground, white almost everywhere”, as Albert Moren of the Second Queens Regiment recalled, in a document later rounded up by the New York Times. Graham Williams of the Fifth London Rifle Brigade described it in even greater detail:

“First the Germans would sing one of their carols and then we would sing one of ours, until when we started up ‘O Come, All Ye Faithful’ the Germans immediately joined in singing the same hymn to the Latin words Adeste Fideles. And I thought, well, this is really a most extraordinary thing ­– two nations both singing the same carol in the middle of a war.”

The next morning, in some places, German soldiers emerged from their trenches, calling out “Merry Christmas” in English. Allied soldiers came out warily to greet them. In others, Germans held up signs reading “You no shoot, we no shoot.” Over the course of the day, troops exchanged gifts of cigarettes, food, buttons and hats. The Christmas truce also allowed both sides to finally bury their dead comrades, whose bodies had lain for weeks on “no man’s land,” the ground between opposing trenches.

The phenomenon took different forms across the Western front. One account mentions a British soldier having his hair cut by his pre-war German barber. Several mention impromptu kick-abouts with makeshift soccer balls, although, contrary to popular legend, it seems unlikely that there were any organized matches.

The truce was widespread but not universal. Evidence suggests that in many places firing continued — and in at least two a truce was attempted but soldiers attempting to fraternize were shot by opposing forces.

And of course, it was only ever a truce, not peace. Hostilities returned, in some places later that day and in others not until after New Year’s Day. “I remember the silence, the eerie sound of silence,” one veteran, Alfred Anderson, later recalled to The Observer. “It was a short peace in a terrible war.” As the Great War resumed, it wreaked such destruction and devastation that soldiers became hardened to the brutality of the war. While there were occasional moments of peace throughout the rest of World War I, they never again came on the scale of the Christmas truce in 1914.

Yet for many at the time, the story of the Christmas truce was not an example of chivalry in the depths of war, but rather a tale of subversion: when the men on the ground decided they were not fighting the same war as their superiors. With no man’s land sometimes spanning just 100 feet, enemy troops were so close that they could hear each other and even smell their cooking. The commander of the British Second Corps, General Sir Horace Smith-Dorrien, believed this proximity posed “the greatest danger” to the morale of soldiers and told Divisional Commanders to explicitly prohibit any “friendly intercourse with the enemy.”

In a memo issued on Dec. 5, he warned that: “troops in trenches in close proximity to the enemy slide very easily, if permitted to do so, into a ‘live and let live’ theory of life.”

Indeed, one British soldier, Murdoch M. Wood, speaking in 1930, said: “I then came to the conclusion that I have held very firmly ever since, that if we had been left to ourselves there would never have been another shot fired.” Adolf Hitler, then a Corporal, saw it differently: “Such a thing should not happen in wartime,” he is said to have remarked. “Have you no German sense of honor?”

A century later, the truce has been remembered as a testament to the power of hope and humanity in a truly dark hour of history. And though the Christmas Truce may have been a one-off in the conflict, the fact that it remains so widely commemorated speaks to the fact that at its heart it symbolizes a very human desire for peace, no matter how fleeting.

Time, 15/12/2021

Editorial (Dec. 2014) (Μετάφρ.: Κ. Βέργος)

Άγια Νύχτα: Η ιστορία της χριστουγεννιάτικης εκεχειρίας του 1914

Ένα καθαρό πρωινό, πριν από 100 χρόνια, χιλιάδες Βρετανοί, Βέλγοι και Γάλλοι στρατιώτες άφησαν κάτω τα τουφέκια τους, βγήκαν από τα χαρακώματά τους και πέρασαν τα Χριστούγεννα αναμειγνυόμενοι με τους Γερμανούς εχθρούς τους στο δυτικό μέτωπο. Στα εκατό χρόνια από τότε, το γεγονός έχει θεωρηθεί ως ένα είδος θαύματος, μια σπάνια στιγμή ειρήνης, λίγους μόλις μήνες μετά από την έναρξη ενός πολέμου που τελικά θα στοίχιζε πάνω από 15 εκατομμύρια ζωές. Αλλά τι συνέβη στην πραγματικότητα την παραμονή των Χριστουγέννων και την ημέρα των Χριστουγέννων του 1914. Και έπαιξαν άραγε πραγματικά ποδόσφαιρο όλοι αυτοί στο πεδίο της μάχης;

Ο Πάπας Βενέδικτος XV, ο οποίος είχε αναλάβει τα καθήκοντά του εκείνο τον Σεπτέμβριο, είχε αρχικά ζητήσει μια χριστουγεννιάτικη εκεχειρία, μια ιδέα που επισήμως απορρίφθηκε. Ωστόσο, φαίνεται ότι η απόλυτη δυστυχία της καθημερινής ζωής στα κρύα, υγρά, βαρετά χαρακώματα ήταν αρκετή για να παρακινήσει τα στρατεύματα να ξεκινήσουν την εκεχειρία από μόνα τους – πράγμα που σημαίνει ότι είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι ακριβώς τελικά συνέβη. Μια τεράστια γκάμα διαφορετικών προφορικών μαρτυριών, καταχωρίσεων ημερολογίων και επιστολών από εκείνους που συμμετείχαν καθιστούν σχεδόν αδύνατο να μιλήσουμε για μια «τυπική» χριστουγεννιάτικη εκεχειρία. Μέχρι σήμερα οι ιστορικοί συνεχίζουν να διαφωνούν σχετικά με τις λεπτομέρειες και κανείς δεν ξέρει από πού ξεκίνησε ή πώς εξαπλώθηκε, ή αν, με κάποια περίεργη μαγεία των εορτών, ξέσπασε ταυτόχρονα όλο αυτό κατά μήκος των χαρακωμάτων. Ωστόσο, περίπου τα δύο τρίτα των στρατευμάτων – των περίπου 100.000 στρατιωτών – πιστεύεται ότι συμμετείχαν στη θρυλική εκεχειρία.

Οι περισσότερες μαρτυρίες υποδηλώνουν ότι η εκεχειρία ξεκίνησε με τα κάλαντα από τα χαρακώματα την παραμονή των Χριστουγέννων, «μια όμορφη νύχτα με φεγγάρι, με παγωνιά στο έδαφος, με χιόνια σχεδόν παντού», όπως ο Albert Moren του Δεύτερου Βασιλικού Συντάγματος ανέφερε σε έγγραφο που απέκτησαν αργότερα οι «New York Times». Ο Graham Williams της Πέμπτης Ταξιαρχίας Τυφεκιοφόρων του Λονδίνου περιέγραψε με ακόμη μεγαλύτερη λεπτομέρεια:

«Πρώτα οι Γερμανοί άρχισαν να τραγουδούν ένα από τα κάλαντα τους και μετά εμείς τραγουδήσαμε ένα δικό μας, ώσπου, όταν ξεκινήσαμε το «O Come, All Ye Faithful», οι Γερμανοί ανταποκρίθηκαν και συνόδευσαν αμέσως, τραγουδώντας τον ίδιο ύμνο με τις λατινικές του λέξεις, «Adeste Fideles». Και σκέφτηκα τότε, καλά, αυτό είναι πραγματικά εξαιρετικό και σπάνιο – δύο έθνη να τραγουδούν, και τα δύο μαζί, τα ίδια κάλαντα στη μέση ενός πολέμου».

Το επόμενο πρωί, σε ορισμένα μέρη, Γερμανοί στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματα τους, φωνάζοντας «Καλά Χριστούγεννα» στα αγγλικά. Οι συμμαχικοί στρατιώτες βγήκαν επιφυλακτικοί για να τους χαιρετήσουν. Σε άλλα σημεία, οι Γερμανοί κρατούσαν πινακίδες που έγραφαν «You no shoot, we no shoot». Κατά τη διάρκεια της ημέρας, τα στρατεύματα αντάλλαξαν δώρα με τσιγάρα, τρόφιμα, κουμπιά και καπέλα. Η χριστουγεννιάτικη εκεχειρία επέτρεψε επίσης και στις δύο πλευρές να θάψουν επιτέλους τους νεκρούς τους, τα σώματα των οποίων βρίσκονταν για εβδομάδες στην ουδέτερη ζώνη, το έδαφος ανάμεσα στα αντίπαλα χαρακώματα.

Το φαινόμενο πήρε διαφορετικές μορφές κατά μήκος ολόκληρου του δυτικού μετώπου. Μια αναφορά μας λέει ότι ένας Βρετανός στρατιώτης πήγε και κουρεύτηκε από τον προπολεμικό Γερμανό κουρέα του. Άλλες αναφορές μιλάνε για αυτοσχέδιες κλωτσιές, σουτ, σε αυτοσχέδιες μπάλες ποδοσφαίρου, αν και, σε αντίθεση με τον δημοφιλή μύθο, φαίνεται απίθανο να υπήρξαν οργανωμένοι αγώνες.

Η εκεχειρία ήταν ευρέως διαδεδομένη αλλά όχι καθολική. Τα στοιχεία δείχνουν ότι σε πολλά σημεία συνεχίστηκαν τα πυρά — και σε τουλάχιστον δύο επιχειρήθηκε ανακωχή, αλλά οι στρατιώτες, που θέλησαν να αδελφοποιηθούν, πυροβολήθηκαν από τους αντιπάλους.

Και φυσικά, ήταν μόνο ανακωχή, όχι ειρήνη. Οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν, σε ορισμένα μέρη αργότερα την ίδια ημέρα και σε άλλα μόνο μετά την Πρωτοχρονιά. «Θυμάμαι την σιωπή, τον απόκοσμο ήχο της σιωπής», λέει αργότερα στον «Observer» ένας βετεράνος, ο Alfred Anderson. «Ήταν μια σύντομη ειρήνη σε έναν τρομερό πόλεμο». Καθώς ο Μεγάλος Πόλεμος άρχισε ξανά, προκάλεσε μέχρι το τέλος του τέτοια καταστροφή, ώστε οι στρατιώτες σκληρύνθηκαν στη βαρβαρότητα του πολέμου. Ενώ υπήρξαν περιστασιακές στιγμές ειρήνης στην διάρκεια του υπόλοιπου Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, αυτές δεν έφθασαν ποτέ ξανά στην κλίμακα που έφτασε η εκεχειρία των Χριστουγέννων το 1914.

Ωστόσο, για πολλούς εκείνη την εποχή, η ιστορία της εκεχειρίας των Χριστουγέννων δεν ήταν ένα παράδειγμα ιπποτισμού στα βάθη του πολέμου, αλλά μάλλον μια ιστορία ανατροπής: Όταν οι άνδρες στο πεδίο αποφάσισαν ότι δεν έκαναν τον ίδιο πόλεμο με τους ανωτέρους τους. Με τη γη του κανενός να εκτείνεται μερικές φορές στα μόλις 30 μέτρα, τα εχθρικά στρατεύματα ήταν τόσο κοντά που μπορούσαν να ακούσουν ο ένας τον άλλον και ακόμη και να μυρίσουν τη μαγειρική ο ένας του άλλου. Ο διοικητής του Βρετανικού Δεύτερου Σώματος, στρατηγός Sir Horace Smith-Dorrien, πίστευε ότι αυτή η εγγύτητα αποτελούσε «τον μεγαλύτερο κίνδυνο» για το ηθικό των στρατιωτών και είπε στους Διοικητές των Μεραρχιών να απαγορεύσουν ρητά οποιαδήποτε «φιλική επαφή με τον εχθρό».

Σε ένα σημείωμά του, στις 5 Δεκ., προειδοποιούσε: «Τα στρατεύματα στα χαρακώματα, σε κοντινή απόσταση από τον εχθρό, διολισθαίνουν πολύ εύκολα σε μια θεωρία ζωής του τύπου «ζήσε και άσε τους άλλους να ζήσουν».

Πράγματι, ένας Βρετανός στρατιώτης, ονόματι Murdoch M. Wood, σε μια ομιλία του το 1930, ανέφερε το εξής: «Τότε λοιπόν είναι που κατέληξα στο εξής συμπέρασμα, το οποίο έκτοτε πιστεύω ακράδαντα: Αν είχαμε αφεθεί μόνοι μας, δεν θα είχε ξανα-υπάρξει άλλος πυροβολισμός.» Ο Αδόλφος Χίτλερ, τότε δεκανέας, το έβλεπε διαφορετικά το πράγμα: «Ένα τέτοιο πράγμα δεν θα πρέπει να συμβαίνει ποτέ σε καιρό πολέμου», φέρεται να παρατηρούσε. «Μήπως δεν διαθέτεις κανένα γερμανικό αίσθημα τιμής εσύ;»

Έναν αιώνα αργότερα, η εκεχειρία παραμένει στη μνήμη ως απόδειξη της δύναμης της ελπίδας και της ανθρωπιάς σε μια πραγματικά σκοτεινή ώρα της ιστορίας. Και παρόλο που η χριστουγεννιάτικη εκεχειρία σε αυτή την σύγκρουση μπορεί να ήταν μία και μοναδική, το γεγονός ότι αυτή μνημονεύεται τόσο ευρέως μιλάει από μόνο του για το γεγονός ότι στον πυρήνα του συμβολίζει μια πολύ ανθρώπινη επιθυμία για ειρήνη, όσο φευγαλέα κι αν είναι αυτή.