The Guardian, 3 Aug 2020

Joseph Stiglitz (Nobel in economics) and Hamid Rashid

A global debt crisis is looming – how can we prevent it?

While the Covid-19 pandemic rages, more than 100 low- and middle-income countries will still have to pay a combined $130bn in debt service this year – around half of which is owed to private creditors. With much economic activity suspended and fiscal revenues in free fall, many countries will be forced to default. Others will cobble together scarce resources to pay creditors, cutting back on much-needed health and social expenditures. Still others will resort to additional borrowing, kicking the proverbial can down the road, seemingly easier now because of the flood of liquidity from central banks around the world.

From Latin America’s lost decade in the 1980s to the more recent Greek crisis, there are plenty of painful reminders of what happens when countries cannot service their debts. A global debt crisis today will push millions of people into unemployment and fuel instability and violence around the world. Many will seek jobs abroad, potentially overwhelming border-control and immigration systems in Europe and North America.

Another costly migration crisis will divert attention away from the urgent need to address climate change. Such humanitarian emergencies are becoming the new norm.

The origins of today’s looming debt crisis are easy to understand. Owing to quantitative easing, the public debt of low income countries has tripled since the 2008 global financial crisis. Sovereign bonds are riskier than “official” debt from multilateral institutions and developed-country aid agencies because creditors can dump them on a whim, triggering a sharp currency depreciation and other far-reaching economic disruptions.

Back in 2013, we worried that “shortsighted financial markets, working with shortsighted governments,” were “laying the groundwork for the world’s next debt crisis.” Now, the day of reckoning has come. This past March, the United Nations called for debt relief for the world’s least-developed countries. Several G20 countries and the International Monetary Fund have suspended debt service for the year, and have called upon private creditors to follow suit. Unsurprisingly, these calls have fallen on deaf ears.

Standstills will not solve the systemic problem of excessive indebtedness. For that, we urgently need deep debt restructuring. History shows that for many countries a restructuring that is too little too late merely sets the stage for another crisis.

And Argentina’s long struggle to restructure its debt in the face of recalcitrant, shortsighted, hard-headed, and hard-hearted private creditors has shown that collective-action clauses designed to facilitate restructuring are not as effective as had been hoped.

More often than not, an inadequate restructuring is followed by another restructuring within five years, with enormous suffering on the part of those in the debtor country. Even creditors lose, over the long run.

Fortunately, there is an underused alternative: voluntary sovereign-debt buybacks. Debt buybacks are widespread in the corporate world, and have proved effective both in Latin America in the 1990s and, more recently, in the Greek context. And they have the advantage of avoiding the harsh terms that typically come with debt swaps.

In the long term, a predictable, rules-based debt-restructuring mechanism, modelled after the US municipal bankruptcy legislation (“Chapter 9”) is needed. That would be in keeping with the recommendations of the post-2008 UN Commission of Experts on Reforms of the International Monetary and Financial System.

The usual objection to such proposals is that they would destroy the international capital market. But experience shows otherwise. One can’t squeeze water from a stone. There will be restructuring – the only question is whether it will be orderly. Our proposals would aid in achieving this objective, and thus strengthen capital markets.

Ultimately, though, our concern should not be with the health of capital markets, but with the welfare of people in developing and emerging countries. There is an urgent need for debt relief now, in the midst of the pandemic. It has to be comprehensive – including private creditors.

The Guardian, 3 Aug 2020

Joseph Stiglitz (Nobel in economics) and Hamid Rashid

Μια παγκόσμια κρίση χρέους διαφαίνεται – πώς μπορούμε να την αποτρέψουμε;

Ενώ η πανδημία Covid-19 μαίνεται, περισσότερες από 100 χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος έχουν ακόμη να πληρώσουν ένα σύνολο 130 δισ. δολ. σε εξυπηρέτηση χρέους φέτος – περί το ήμισυ του οποίου οφείλεται σε ιδιώτες πιστωτές. Με πολλή οικονομική δραστηριότητα σε αναστολή και φορολογικά έσοδα σε ελεύθερη πτώση, πολλές χώρες θα αναγκασθούν να χρεοκοπήσουν. Άλλες θα συγκεντρώσουν τους λιγοστούς πόρους για να πληρώσουν τους πιστωτές, κόβοντας πολύ αναγκαίες υγειονομικές και κοινωνικές δαπάνες. Επίσης, άλλες θα καταφύγουν σε πρόσθετο δανεισμό, κλωτσώντας την παροιμιώδη καρδάρα στο δρόμο, φαινομενικά ευκολότερα τώρα λόγω της λιμνάζουσας ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο.

Από την χαμένη δεκαετία της Λατ. Αμερικής, την δεκαετία του 1980, έως την πιο πρόσφατη Ελληνική κρίση, υπάρχει πληθώρα από οδυνηρές μνήμες για το τι συμβαίνει όταν χώρες δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους. Μια παγκόσμια κρίση χρέους σήμερα θα ωθήσει εκατομμύρια ανθρώπους σε ανεργία και θα πυροδοτήσει αστάθεια και βία σε όλο τον κόσμο. Πολλοί θα αναζητήσουν δουλειές στο εξωτερικό, ενδεχομένως ανατρέποντας συστήματα ελέγχου συνόρων και μετανάστευσης στην Ευρώπη και τη Βόρ. Αμερική.

Μια ακόμη ακριβή μεταναστευτική κρίση θα μεταθέσει την προσοχή μακριά από την επείγουσα ανάγκη αντιμετώπισης της κλιμ. αλλαγής. Τέτοιες ανθρωπιστικές επείγουσες καταστάσεις γίνονται ο νέος κανόνας.

Τις απαρχές της σημερινής διαφαινόμενης κρίσης χρέους είναι εύκολο να την κατανοήσουμε. Λόγω της ποσοτικής χαλάρωσης, το δημόσιο χρέος των χαμηλού εισοδ. χωρών έχει τριπλασιασθεί μετά την παγκόσμια χτηματοπιστωτική κρίση του 2008. Τα κρατικά ομόλογα έχουν μεγαλύτερο ρίσκο από το «επίσημο» χρέος από πολυμερείς θεσμούς και οργανισμούς βοήθειας ανεπτυγμένων χωρών, επειδή οι πιστωτές μπορούν να τα απορρίπτουν αυθαίρετα, προκαλώντας μια απότομη υποτίμηση νομίσματος και άλλες σημαντικές οικονομικές διαταραχές.

Ήδη το 2013, ανησυχούσαμε ότι «κοντόφθαλμες χρηματοπιστωτικές αγορές, συνεργαζόμενες με κοντόφθαλμες κυβερνήσεις», «έθεταν τα θεμέλια για την παγκόσμια επόμενη κρίση χρέους». Τώρα, η ημέρα του λογαριασμού έφθασε. Τον περασμένο Μάρτιο, τα Ηνωμένα Έθνη ζήτησαν την ελάφρυνση του χρέους για τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Αρκετές χώρες του G20 και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ανέστειλαν την εξυπηρέτηση χρέους για την χρονιά αυτή και κάλεσαν τους ιδιώτες πιστωτές να κάνουν το ίδιο. Δεν αποτελεί έκπληξη, αυτές οι κλήσεις έπεσαν σε αυτιά μη ακουόντων..

Οι στάσεις πληρωμών δεν θα λύσουν το συστημικό πρόβλημα του υπερβολικού χρέους. Για αυτό, επειγόντως χρειαζόμαστε βαθιά αναδιάρθρωση του χρέους. Η ιστορία δείχνει ότι για πολλές χώρες μια αναδιάρθρωση που είναι πολύ-μικρή-πολύ-καθυστερημένα απλώς στήνει το σκηνικό για μια άλλη κρίση.

Και ο μακρύς αγώνας της Αργεντινής να αναδιαρθρώσει το χρέος της ενόψει ανυπόμονων, κοντόφθαλμων, ξεροκέφαλων και σκληρόκαρδων ιδιωτών πιστωτών έχει δείξει ότι ρήτρες συλλογικής δράσης σχεδιασμένες να διευκολύνουν την αναδιάρθρωση δεν είναι τόσο αποτελεσματικές όσο είχαν κάποιοι ελπίσει.

Τις περισσότερες φορές, μια ανεπαρκής αναδιάρθρωση ακολουθείται από μια άλλη αναδιάρθρωση εντός πέντε ετών, με τεράστια ταλαιπωρία εκ μέρους εκείνων στην χώρα οφειλέτη. Ακόμα και οι πιστωτές χάνουν, μακροπρόθεσμα.

Ευτυχώς, υπάρχει μια λιγότερο χρησιμοποιούμενη εναλλακτική: εθελοντικές εξαγορές κρατικού χρέους. Οι εξαγορές χρέους είναι ευρέως διαδεδομένες στον εταιρικό κόσμο και έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές τόσο στη Λατινική Αμερική την δεκαετία του 1990 όσο και, πιο πρόσφατα, στην Ελληνική συγκυρία. Και έχουν το πλεονέκτημα να αποφεύγουν τους σκληρούς όρους που συνήθως συνοδεύουν τα σουάπ χρεών.

Μακροπρόθεσμα, ένας προβλέψιμος, βασισμένος σε κανόνες μηχανισμός αναδιάρθρωσης του χρέους, κατά το μοντέλο της νομοθεσίας περί δημοτικής χρεοκοπίας των ΗΠΑ (Κεφ. 9), απαιτείται. Αυτό θα ήταν σε αρμονία με τις συστάσεις τής μετά το 2008 Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ επί των Μεταρρυθμίσεων του Διεθνούς Νομισματικού και Χρηματοπιστωτικού Συστήματος.

Η συνηθισμένη αντίρρηση σε τέτοιες προτάσεις είναι ότι αυτές θα κατέστρεφαν τη διεθνή κεφαλαιαγορά. Αλλά η εμπειρία δείχνει διαφορετικά. Δεν μπορεί κανείς να στύψει νερό από μια πέτρα. Θα υπάρξει αναδιάρθρωση – το μόνο ερώτημα είναι αν αυτή θα γίνει πειθαρχημένα. Οι προτάσεις μας θα βοηθούσαν στο να επιτύχουμε αυτόν τον στόχο και, ως εκ τούτου, θα ενίσχυαν τις κεφαλαιαγορές.

Τελικά, όμως, η ανησυχία μας δεν πρέπει να αφορά την υγεία των κεφαλαιαγορών, αλλά την ευημερία των ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες χώρες. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για ελάφρυνση χρέους τώρα, εν μέσω της πανδημίας. Πρέπει να είναι ολοκληρωμένη – συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτών πιστωτών.