Να αποσυρθεί το αντιεκπαιδευτικό νομοσχέδιο που αντιμετωπίζει το σχολείο ως επιχείρηση, διευρύνει τις μορφωτικές ανισότητες και υποβαθμίζει τον ρόλο του εκπαιδευτικού, ζητά με ανακοίνωσή του ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Κέρκυρας.  

Η ανακοίνωση: ” Το Δ.Σ. του ΣΕΠΕ Κέρκυρας εκφράζει την κατηγορηματική αντίθεσή του με το νομοσχέδιο το οποίο κυβέρνηση και Υπουργείο Παιδείας επιχειρούν να ψηφίσουν, για μια ακόμη φορά μέσα στο κατακαλόκαιρο. Είναι πρόκληση, τη στιγμή που φουντώνει το 4ο κύμα πανδημίας, η κυβέρνηση και το Υ.ΠΑΙ.Θ. να καθησυχάζουν πως όλα είναι έτοιμα για τον Σεπτέμβριο.  

Τίποτα από όσα χρειάζεται και ζητάει η εκπαιδευτική κοινότητα από την πρώτη στιγμή,  για να ανοίξουν με ασφάλεια τα σχολεία δεν έχει γίνει. Το νέο αντιεκπαιδευτικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης και του Υπουργείου Παιδείας με τον παραπλανητικό τίτλο «Αναβάθμιση του Σχολείου και Ενδυνάμωση των Εκπαιδευτικών» κατατέθηκε  προς συζήτηση στη Βουλή.

Αποτελεί  συνέχεια του καταιγισμού μέτρων και νομοθετημάτων που ελήφθησαν εν μέσω πανδημίας, όπως  η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η Τράπεζα Θεμάτων, οι αλλαγές στη Γ΄ Λυκείου,  ο τρόπος πρόσβασης, οι περικοπές αντικειμένων, η θεσμοθέτηση των εργαστηρίων δεξιοτήτων και μάλιστα από το Νηπιαγωγείο, η αύξηση του αριθμού μαθητών στις τάξεις και η «αυτοαξιολόγηση» της σχολικής μονάδας. Η κυβέρνηση με επιλογή της δεν έχει μειώσει τον αριθμό των μαθητών στα τμήματα, ώστε να μην υπάρχει συγχρωτισμός, δεν έχει σχεδιάσει να γίνονται στα σχολεία μαζικά τεστ με ευθύνη του Ε.Ο.Δ.Υ., δεν έχει πάρει κανένα μέτρο για την καθαριότητα, για να επισκευαστούν οι προβληματικές αίθουσες και υποδομές, για να εξασφαλίσει περισσότερα σχολικά λεωφορεία και πιο πυκνά δρομολόγια για τη μετακίνηση των μαθητών κλπ.

Εκτός αν το «όλα είναι έτοιμα» της πολιτικής ηγεσίας του Υ.ΠΑΙ.Θ. σημαίνει ξανά αναστολή λειτουργίας των σχολείων και τηλεκπαίδευση, κάτι το οποίο θα είναι καταστροφικό για τα παιδιά. Αντί λοιπόν να λύσουν τα παραπάνω σοβαρά ζητήματα, συνεχίζουν τη νομοθέτηση αντιεκπαιδευτικών νομοσχεδίων, χρησιμοποιώντας, αυτή τη φορά, τον παραπλανητικό τίτλο «αναβάθμιση του σχολείου – ενδυνάμωση του εκπαιδευτικού». Το νέο νομοσχέδιο αποτελεί  βαθιά αντιδραστική τομή, με δομικές αλλαγές στη λειτουργία και το περιεχόμενο του σχολείου, με επιτάχυνση προς τις δεξιότητες και την κατάρτιση,  με την «αυτονομία» από το δημόσιο – δωρεάν χαρακτήρα του και την πρόσδεσή του σε κανόνες επιχειρηματικής λειτουργίας, την «αυτονομία» από τις μορφωτικές ανάγκες όλων των μαθητών, τη δραματική όξυνση των μορφωτικών ανισοτήτων και τον αποκλεισμό χιλιάδων νέων από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, με την αξιολόγηση ως εργαλείο για την αύξηση των ταξικών φραγμών και την αποτελεσματική επιβολή της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής στους μαθητές και την κατάταξη μαθητών, σχολείων και εκπαιδευτικών σε ένα πλαίσιο φόβου, υποταγής και αποτελεσματικής πειθάρχησης στους  παραπάνω στόχους.

Και όλα αυτά πάνω σε ένα ιδεολογικό πεδίο που προτάσσει την «αριστεία» που δεν μπορεί παρά να είναι προνόμιο των λίγων και σε συνάρτηση πάντα με την ατομική ευθύνη.  Ένα νομοσχέδιο που στοχεύει στην καρδιά της εκπαιδευτικής διαδικασίας δηλαδή «τι και πώς μαθαίνουν οι μαθητές μας, τι και πώς διδάσκει ο εκπαιδευτικός και σε τι εργασιακό περιβάλλον θα δουλεύει από εδώ και εμπρός». Σε αυτό το σχολείο,  εξοβελίζεται πλήρως η δημοκρατία και η αξιοκρατία, η συλλογικότητα, η συμμετοχή και η συνεργασία, το παιδαγωγικό πλαίσιο και οι αρχές και υποκαθίστανται από συγκεκαλυμμένες σχέσεις εξάρτησης και μηχανισμούς προώθησης της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής. Κυριαρχεί η γραφειοκρατία, ο συγκεντρωτισμός και εντατικοποιείται η εργασία.

Πάνω απ’ όλα όμως επιβάλλεται ο απόλυτος και ασφυκτικός έλεγχος των εκπαιδευτικών και του έργου τους, ενώ ανοίγει ο δρόμος για ευρύτερες ανατροπές στα εργασιακά μας δικαιώματα. Μέσα στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται όλες οι προτάσεις από την πρόσφατη «έκθεση Πισσαρίδη» για ένα σχολείο που θα προετοιμάζει τον αυριανό φθηνό, ευέλικτο και προσαρμοσμένο εργαζόμενο για τις επιχειρήσεις, η λειτουργία του οποίου θα είναι φθηνή για το κράτος αλλά ακριβή για την τσέπη των γονιών. 

Οι τρεις άξονες του νομοσχεδίου βρίθουν από εύηχες λέξεις και «ουδέτερες» φράσεις, ώστε να γίνουν θελκτικές και να προϊδεάσουν θετικά την κοινωνία. Πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται το αποκρουστικό πρόσωπο του νομοσχεδίου και των επιδιώξεών του.  Κεντρικό ρόλο έχει η ενίσχυση της λεγόμενης «αυτονομίας» του σχολείου. Παρά τον τρόπο που παρουσιάζεται επικοινωνιακά, δεν έρχεται να λύσει τα υπαρκτά προβλήματα, αντιθέτως θα διευρύνει τις ανισότητες, και την κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων. Αν η κυβέρνηση και το Υ.ΠΑΙ.Θ. ήθελαν να λύσουν προβλήματα στον χώρο της εκπαίδευσης θα διόριζαν όλους τους αναπληρωτές που κάθε χρόνο αναπληρώνουν τους εαυτούς τους. Δε θα μείωναν συνεχώς τα χρήματα από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για την Παιδεία και θα προχωρούσαν στη δημιουργία υποδομών για την κάλυψη των σύγχρονων μορφωτικών αναγκών των μαθητών (σχολεία, εργαστήρια, κλπ).

Η κυβέρνηση επομένως προσπαθεί, μέσω της «αυτονομίας», να βγάλει από το κάδρο την αποκλειστική, έως τώρα, υποχρέωση του κράτους για τη χρηματοδότηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης και να ρίξει την ευθύνη αυτή στους εκπαιδευτικούς και τα ίδια τα σχολεία. Η περίφημη «αυτονομία» θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην ταξική διαφοροποίηση και κατηγοριοποίηση των σχολείων, σε οικονομικό μαρασμό και λουκέτα. Αδιάψευστος μάρτυρας των συνεπειών αυτών είναι οι χώρες όπου εφαρμόστηκαν τέτοιες πολιτικές. Όσο κι αν υπόσχεται η κυβέρνηση πως δεν επηρεάζονται οι εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών, το βέβαιο είναι πως το αμέσως επόμενο βήμα είναι να περάσει η διαχείριση των εργασιακών τους ζητημάτων στους Δήμους, όπως ακριβώς επιτάσσει στις εκθέσεις του ο Ο.Ο.Σ.Α. Αντικειμενικά, ακόμα και οι στοιχειώδεις λειτουργίες θα γίνουν υπόθεση της ίδιας της σχολικής μονάδας, δηλαδή είτε επιχειρηματική υπόθεση είτε θα καλούνται οι γονείς να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση και κατηγοριοποίηση των σχολείων σε όλα τα επίπεδα.

Με το άρθρο 98 νομοθετείται η ανεύρεση πόρων με την αξιοποίηση των σχολικών κτηρίων, υποδομών και εγκαταστάσεων ενώ για πρώτη φορά θεσμοθετείται επίσημα η χρηματοδότηση των σχολείων με δωρεές, χορηγίες και παροχές από τρίτους (άρθρο 99). Αντί, δηλαδή, το κράτος να εξασφαλίζει σύγχρονες υποδομές για όλα τα σχολεία μεταφέρει την ευθύνη του στις πλάτες γονέων και εκπαιδευτικών. Με την επιλογή του διαφορετικού βιβλίου (άρθρα 84 & 85) ανοίγει ο δρόμος για διαφοροποιημένο μάθημα «πολλών επιπέδων». Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης από αγαθό για όλους τους μαθητές γίνεται πεδίο διακρίσεων! Το λεγόμενο πολλαπλό βιβλίο δεν είναι η σύγχρονη απάντηση στην ανάγκη για υποστήριξη της δουλειάς του εκπαιδευτικού στην τάξη, στην ανάγκη για επιπλέον υποστηρικτικό και εκπαιδευτικό υλικό συμπληρωματικό στο σχολικό εγχειρίδιο με την χρήση όλων των τεχνολογικών δυνατοτήτων.

Η εμπειρία του 1998 όταν ο τότε Υπουργός Γ. Αρσένης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είχε φέρει αντίστοιχη ρύθμιση και μέσα σε δύο χρόνια αποσύρθηκε εξ αιτίας του χάους που δημιούργησε, μάλλον δε λαμβάνεται υπόψη από την κυβέρνηση. Παράλληλα η πρόβλεψη, μεταξύ  άλλων μέτρων «αυτονομίας» στην Οργάνωση της Διδασκαλίας, για τη χρήση της μεθόδου της ανεστραμμένης τάξης σύμφωνα με την οποία  η βασική διδασκαλία θα πραγματοποιείται στο σπίτι με την παρακολούθηση  βίντεο, ψηφιακές προβολές από πλατφόρμες, χρήση ψηφιακού υλικού για ανάγνωση  ενώ στο σχολείο ο χρόνος θα αφιερώνεται στην εμπέδωση και πρακτική εφαρμογή των όσων οι μαθητές έχουν διδαχτεί δια της ηλεκτρονικής οδού, υπονομεύει τη μόρφωση για τους πολλούς, αποδίδοντας ταυτόχρονα ατομικά στον μαθητή και την οικογένειά του την ευθύνη για την πρόοδό του, προβάλλοντας το δόγμα του Ο.Ο.Σ.Α. « δεν μπορούν και δεν χρειάζεται όλοι να μορφωθούν» .

Η αξιολόγηση των μαθητών (άρθρο 81) συνδέεται άμεσα με το παραπάνω δόγμα. Επιπλέον σε αυτό το φόντο, τα αποτελέσματα των πανελλαδικών διαγνωστικών εξετάσεων στη ΣΤ΄ Δημοτικού και τη Γ ΄Γυμνασίου (άρθρο 104) – βλ. ελληνική PISA – τίποτα δεν προφέρουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Αντιθέτως  θα αξιοποιούνται για την κατάταξη των σχολείων σε λίστα, για την αξιολόγηση – κατηγοριοποίηση των σχολείων, μαθητών, εκπαιδευτικών ακόμα και γειτονιών. Συρρικνώνεται ο διαπαιδαγωγικός χαρακτήρας του σχολείου, το οποίο μετατρέπεται σε ένα σκληρό εξεταστικό κέντρο κατάταξης, κατηγοριοποίησης και διαχωρισμού των μαθητών. Οι ίδιοι οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί γίνονται υπεύθυνοι για τη σχολική αποτυχία, τη μη επίτευξη των στόχων και όχι οι ευθύνες τις Πολιτείας και οι κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες. Παραβλέπεται εντελώς η κοινωνικοπολιτική διάσταση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και αποστεώνεται η ουσία της μαθησιακής πράξης ως κάτι το στατικό και το απολύτως μετρήσιμο.  Την ίδια στιγμή, διευρύνεται ο προσανατολισμός στις δεξιότητες μέσα από την γενίκευση των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων αλλά και μέσα από τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα που ετοιμάζει το Υπουργείο μακριά από την ευρεία, ενδελεχή, στέρεη και ολόπλευρη μόρφωση.

Το παραπάνω εφιαλτικό τοπίο, χρειάζεται τη λεγόμενη «ατομική αξιολόγηση» για να υλοποιηθεί η οποία αποτελεί διαχρονικό πόθο των κυβερνήσεων εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, που παρέμεινε ανεκπλήρωτος χάρη στην σθεναρή αντίσταση του εκπαιδευτικού κινήματος. Η κυβέρνηση τη χρησιμοποιεί αναφερόμενη  στη στήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ψεύδεται συνειδητά!

Αποκρύπτει από την κοινωνία πως επιχειρεί τον «βίαιο» εξαναγκασμό των εκπαιδευτικών στην αποδοχή και υλοποίηση των παραπάνω κατευθύνσεων, στη δημιουργία σχολείων πολλαπλών ταχυτήτων και στον αποκλεισμό των μαθητών που δε θα μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις απαιτήσεις του νέου σχολείου που οραματίζεται το Υ.ΠΑΙ.Θ. και η Κυβέρνηση. Εάν στην κυβέρνηση και το Υ.ΠΑΙ.Θ. ενδιαφέρονταν πραγματικά για την  «ενίσχυση» του ρόλου του εκπαιδευτικού, εδώ και 2 χρόνια πανδημίας θα είχαν ικανοποιήσει τουλάχιστον τα, πάνδημα πλέον,  αιτήματα για τη λειτουργία των σχολείων με ασφάλεια και υγιεινή. Ακόμα και η αναγκαία επιμόρφωση που θα έπρεπε να είναι δημόσια, δωρεάν, με ευθύνη του κράτους και να αφορά όλους τους εκπαιδευτικούς, μετατρέπεται και με τον νόμο σε ατομική ευθύνη του καθενός, σε ευθύνη του κάθε σχολείου. Η πολυδιαφημισμένη αξιολόγηση ως στόχο έχει να «δείξει» τους εκπαιδευτικούς για μια ακόμα φορά ως μόνιμους υπεύθυνους για τα πραγματικά και διαχρονικά προβλήματα της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αξιολόγηση θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο έτσι ώστε στον κατάλληλο – γι’ αυτούς – χρόνο να εξαπολύσουν νέα επίθεση για να αλώσουν τα εργασιακά κεκτημένα των εκπαιδευτικών, να καθηλώσουν τους μισθούς, να προωθήσουν ακόμα περισσότερο τις ελαστικές μορφές εργασίας στην εκπαίδευση, να ανοίξουν το δρόμο ακόμα και σε απολύσεις.

Άλλωστε, διεθνείς μελέτες σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης δείχνουν ότι όπου εφαρμόστηκε όχι μόνο δεν επήλθε βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, αλλά αντίθετα, λόγω της, επιπλέον, επαγγελματικής εξουθένωσης που επιφέρει αλλά και του ανταγωνιστικού κλίματος που καλλιεργεί, παραμερίζονται οι παιδαγωγικές αρχές και αυξάνονται οι μορφωτικές ανισότητες.

Από πότε η βελτίωση και η ενίσχυση του εκπαιδευτικού συνδέονται με τον όγκο γραφειοκρατικών διαδικασιών εντός και εκτός τάξης;

Ο συνεχής, εξοντωτικός έλεγχος πάνω στα «θέλω» του Υπουργείου και ο φόβος αποτελούν αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού;

Το διαρκές «φακέλωμα» (άρθρο 72) των εκπαιδευτικών συνάδει με τη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας;

Το Υ.ΠΑΙ.Θ. αποκάλυψε την ήττα του αφού η «ατομική αξιολόγηση» αποτελεί συνέχεια της αξιολόγησης των σχολικών μονάδων, η οποία έμεινε κυριολεκτικά στα χαρτιά μετά τη σύσσωμη απόρριψή της από το 97% του κλάδου! Θέλουν έναν εκπαιδευτικό με σκυμμένο το κεφάλι, βουβό να υλοποιεί άκριτα τις «άνωθεν» εντολές.

«Εξαιρετικός» εκπαιδευτικός για το Υπουργείο θα είναι αυτός που θα συμβαδίζει με τους δείκτες της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας, θα διαχωρίζει τους μαθητές του, την ίδια στιγμή που ο «εξαιρετικός» διευθυντής θα «κυνηγάει» χορηγούς και θα κάνει «ορθή» χρήση του ανθρώπινου δυναμικού (π.χ. μοίρασμα των περισσευούμενων ωρών σε άσχετες ειδικότητες ώστε να μη φαίνονται κενά). Ταυτόχρονα, όμως, διαμορφώνει τον μηχανισμό θεσμοθετώντας (όλο το πρώτο μέρος του ν/σχ ασχολείται με αυτό) ένα «σώμα» προθύμων που θα αναλάβει την υλοποίηση όλων των διαδικασιών της αξιολόγησης αλλά και την ίδια την αξιολόγηση και τον έλεγχο της προώθησης της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής (Σύμβουλοι Εκπαίδευσης, Περιφερειακοί Επόπτες Ποιότητας Εκπαίδευσης και Επόπτες Ποιότητας Εκπαίδευσης ανά Διεύθυνση καθώς και το Περιφερειακό Συμβούλιο Εποπτών).

Παράλληλα ένα  ενδοσχολικό δίκτυο καθοδήγησης,  εποπτείας και ελέγχου στήνεται μέσα στο σώμα του συλλόγου διδασκόντων με τους συντονιστές τάξεων/γνωστικού αντικειμένου, τους μέντορες, τους υπεύθυνους εκπαιδευτικών ομίλων (άρθρα 84, 87, 88) με απόφαση του Διευθυντή/προϊσταμένου της σχολικής μονάδας  και στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης ιεραρχίας για τη διάχυση του ελέγχου και της λογοδοσίας, ως άμεσους κρίκους υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.

Οι θέσεις ευθύνης των εκπαιδευτικών στο σχολείο είναι άμισθες αλλά ανταποδοτικές (μόρια για θέση στελέχους, κριτήριο αξιολόγησης) δημιουργώντας συνθήκες προσβολής της συνοχής του συλλόγου διδασκόντων και του πνεύματος αλληλεγγύης μεταξύ των συναδέλφων, διαμορφώνοντας  κλίμα συνεχούς ελέγχου, φόβου και υποταγής, ανταγωνισμού και αντιπαραθετικής λειτουργίας,  εξατομίκευσης της στάσης του καθενός ώστε να αποτρέψει την οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικής αντίδρασης και αντίστασης απέναντι στην εφαρμογή αυτών των μέτρων. Κυριολεκτικά ο εκπαιδευτικός δε θα μπορεί να «παίρνει ανάσα» καθώς όλα εντάσσονται σε μια αέναη αξιολογική διαδικασία. Πρόκειται για έναν αυταρχικό μηχανισμό με βασική αποστολή τον αυστηρό έλεγχο, τη διαρκή επιτήρηση και εποπτεία της πορείας της αξιολόγησης που θα διαπιστώνει αν «συμμορφώνονται» οι εκπαιδευτικοί με την κυρίαρχη πολιτική.

Απαιτούμε από την κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο και να παρθούν τώρα μέτρα για την προετοιμασία της επόμενης σχολικής χρονιάς με βάση τις διεκδικήσεις μας!   Το νομοσχέδιο δε βελτιώνεται και δεν τροποποιείται. Απορρίπτεται συνολικά. Ακόμα και στην περίπτωση ψήφισής του ο νόμος θα μείνει στα χαρτιά και θα ακυρωθεί στην πράξη. Η Δ.Ο.Ε. ενωτικά και αποφασιστικά, όπως και την προηγούμενη χρονιά, θα λάβει όλα τα αναγκαία οργανωτικά μέτρα και θα αντιπαλέψει το νομοσχέδιο που διαλύει το δημόσιο σχολείο και επιχειρεί να καταργήσει τον παιδαγωγικό ρόλο και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών.     Εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές/τριες είμαστε σε θέσεις μάχης για να μην περάσουν τα σχέδιά τους!    

Δε θα περάσουν οι αντιεκπαιδευτικοί σχεδιασμοί. Έχουμε πείρα! Τα έχουμε καταφέρει! Μπορούμε να τους ακυρώσουμε στην πράξη”.