Από κανένα τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας, δεν πρέπει να λείπει το τσούγκρισμα του αγαπημένου ποτού του Έλληνα.

Κανείς δεν υποστήριξε ποτέ ότι το τσίπουρο το αντέχουν όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και είναι από τη χώρα μας. Άλλωστε δεν πρόκειται για ένα γλυκό απόσταγμα που το πίνεις για να ξεδιψάσεις ή για να περάσεις την ώρα σου, αλλά για ένα δυνατό αλκοολούχο ρόφημα φτιαγμένο για πότες που το λέει η καρδιά τους. Αν υποθέσουμε πως το κρασί προορίζεται για τους αρχόντους, η ρακή και το τσίπουρο είναι τα αποστάγματα του λαού. Ή αλλιώς το αγαπημένο ποτό του Έλληνα.

Ένα ποτηράκι που έχει θέση όχι απλά στον οργανισμό μας, αλλά στην ψυχή κάθε Έλληνα που σέβεται τους μεζέδες του τραπεζιού, αλλά και τη ρεμπέτικη ηχώ που έρχεται να ολοκληρώσει το γλεντζέδικο φόντο μιας ημέρας με καθαρά παρεΐστικο χαρακτήρα.

Αυτό το «αχχχ» με κλειστά, σφιχτά μάτια που εκφέρει κανείς με ανατριχίλα μόλις έχει «κατεβάσει» το σφηνάκι του είναι ίσως το πιο ιδιαίτερο αναφωνητό του ελληνικού λαού. Ένα επιφώνημα απόλαυσης-ανακούφισης-καψίματος που ταξιδεύει μέσα από την καρδιά και βρίσκει με απολαυστικό τρόπο την έξοδο συναντώντας αρχικά τον ουρανίσκο και ύστερα τα στενά «σοκάκια» ανάμεσα στα δόντια μας. Ένας ήχος που έρχεται να δώσει αποθεωτικό φινάλε σε κάθε τσούγκρισμα της παρέας μετά το παραδοσιακό «γεια μας» στο κέντρο του τραπεζιού.
Ίσως και να είναι αυτό που θα λείψει περισσότερο από όλους σήμερα.