Η επίσημη πολιτεία έκανε τέσσερις δεκαετίες για να αναγνωρίσει την Εθνική Αντίσταση. Αυτό εξηγεί το γιατί έκανε ακόμη περισσότερες δεκαετίες για να μιλήσει για τις πολεμικές αποζημιώσεις. Οι ναζί κατακτητές κυριολεκτικά ισοπέδωσαν την χώρα μας και, τελικώς ηττημένοι, αποχώρησαν σαν κύριοι. Τον φρικτό χειμώνα του ’41-42 οι άνθρωποι πέθαιναν κατά χιλιάδες από το κρύο και την πείνα αφού όλα κατάσχονταν από τον Γερμανικό στρατό. Στην Αθήνα, σκελετωμένοι άνθρωποι έσβηναν σε μια γωνιά του δρόμου. Περνούσαν τα κάρα, περισυνέλλεγαν και έθαβαν σε τάφους χωρίς όνομα. Οι παπάδες της εποχής, στα κοιμητήρια της πρωτεύουσας, έψαλλαν την εξόδιο λειτουργία χωρίς να προφέρουν το όνομα του αποδημήσαντος. 500.000 είναι οι νεκροί μας εκ της Κατοχής. Κι όμως, σ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες της μακράς παγερής νύχτας, άπειρες είναι οι μικρές ή μεγάλες πράξεις αυτοθυσίας. Είναι αυτές που θέρμαιναν τότε τις καρδιές, αν όχι και τα σώματα των Ελλήνων. Ο Μανώλης Γλέζος παρουσίασε προ δεκαετίας στην Κέρκυρα ένα δίτομο βιβλίο του καταγράφοντας το σύνολο των πράξεων αντίστασης στην Ελλάδα. Δεν λείπει κανείς από το προσκλητήριο αυτό. Γιατί λοιπόν η σιωπή των δεκαετιών; Αυτό που κράτησε ζωντανό και αξιοπρεπές το έθνος, ένα έθνος που αποδείχθηκε το μόνο ανυπόταχτο στην Ευρώπη, ήταν για τιμή και όχι για σιωπή, περιφρόνηση, σπίλωση.

Η Ελλάς, εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης στον στρατό του Άξονα, απέδειξε το Καλοκαίρι του 1943 ότι μπορούσε να οργανώνει τις μαζικότερες διαδηλώσεις εν μέσω απόλυτης τρομοκρατίας. Είναι η μόνη χώρα στην οποία οι κατοχικές δυνάμεις δεν μπόρεσαν να επιστρατεύσουν ούτε έναν άνθρωπο για να βάψει τα χέρια του στην υπόθεση του πιο βρώμικου στρατού της παγκόσμιας ιστορίας – με τους εξανδραποδισμούς αθώων ανθρώπων στα χωριά και τις πόλεις του Δυτικού και κυρίως του Ανατολικού μετώπου.

Η εθνική μας αντίσταση ξεκινάει από την πρώτη μέρα της Κατοχής και αποτελεί την ένδοξη συνέχεια του «Όχι» του ’40. Οι Γερμανοί μπαίνουν στην πρωτεύουσα στις 27 Απριλίου 1941, Κυριακή του Θωμά. Τα Γερμανικά στρατεύματα παρελαύνουν μπροστά στα «κατάκλειστα σπίτια» – κατάκλειστα, όπως ζητούσε λίγες ώρες πριν εκείνο το συγκλονιστικό ραδιοφωνικό μήνυμα της «ελεύθερης ακόμη Αθήνας». Ο στρατός έχει πια συνθηκολογήσει και δράση αναλαμβάνει πρώτος ο άοπλος λαός της Κρήτης. Στην μάχη της Κρήτης, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1941, ο Κρητικός λαός αμύνεται με τα ίδια του τα γυμνά χέρια και τις τσουγκράνες. Η άμυνα είναι τόσο σθεναρή και με τέτοιο τίμημα και για τις δύο πλευρές ώστε να δοθεί αποφασιστική και οριστική απάντηση στο αιώνιο δίλημμα μεταξύ παράδοσης και αντίστασης. Η παράδοση προσφέρει υλικά οφέλη, αναμφίβολα. Όμως, μόνον η αντίσταση προσφέρει ηθικά οφέλη.

Ο Χανς Ρίχτερ (Heinz Richter) είναι ένας γνωστός Γερμανός ιστορικός – τον γνωρίζουμε στην Ελλάδα από την δεκαετία του 1970 και το ογκωδέστατο βιβλίο του για τον Ελληνικό εμφύλιο. Ετιμήθη προ τριών ετών ως επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ο Ρίχτερ, όμως, δεν δέχεται την Μάχη της Κρήτης ως μάχη και μάλιστα ως κρίσιμης σημασίας για την καθυστέρηση της εκστρατείας «Μπαρμπαρόσα» (ώστε ο χειμώνας να εμποδίσει τον Γερμανικό στρατό να ολοκληρώσει, με τον γνωστό «αστραπιαίο πόλεμο», την κατάκτηση της Ρωσίας – ο Ρίχτερ αγνοεί προφανώς την ρητή ομολογία του Χίτλερ προς τον Φιλανδό στρατάρχη Mannerheim το 1942 για την μοιραία γι αυτόν καθυστέρηση λόγω Ελλάδας). Ο Ρίχτερ ασκεί σκληρή κριτική στο Κρητικό αντάρτικο και γενικώς στο συνολικό Ελληνικό αντάρτικο, εκθειάζοντας την ίδια στιγμή τους ναζί «ιππότες». Βρώμικος έγινε ο πόλεμος, κατά τον Ρίχτερ, ακριβώς μετά την Κρήτη και εξ αιτίας της Κρήτης.

Ο τιμητικός τίτλος, μετά τις αντιδράσεις των αντιστασιακών οργανώσεων της Κρήτης, αφαιρέθηκε. Όμως ο Ρίχτερ, αποκτώντας αναγνωρισιμότητα, έδωσε κάμποσες συνεντεύξεις για να υποστηρίξει την θεωρία του. Με άρθρα του στο Σπίγκελ, στο Φόκους, στην Βελτ, αλλά και στην Καθημερινή, υποστηρίζει ότι όχι μόνο δεν υφίσταται θέμα Γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα αλλά, όπως προέκυψε από πολύπλοκους υπολογισμούς του ιδίου, η Ελλάδα είναι εκείνη που οφείλει ένα σεβαστό ποσό προς το Γερμανικό κράτος! Μετά από ερώτηση του Die Linke στην Γερμανική Βουλή, αποκαλύφθηκε ότι ο Ρίχτερ συμμετείχε σε σύσκεψη στο Γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, στην οποία ενημέρωσε στελέχη της Γερμανικής δημόσιας διοίκησης για τα πορίσματά του.

Ο καθηγητής Ρίχτερ δικάσθηκε τελικώς από Ελληνικό δικαστήριο, στην Κρήτη, με την κατηγορία της μη αναγνώρισης των εγκλημάτων του ναζισμού στην χώρας μας και – πολύ καλώς – αθωώθηκε. Δεν καταδικάζονται οι απόψεις όσο και αν αυτές είναι αυθαίρετες και προκλητικές. Η απάντηση στον καθηγητή Ρίχτερ, και σε όποιον Γερμανό ή Έλληνα υιοθετεί τις απόψεις του, έρχεται μόνον από την καλλιέργεια της ιστορικής μας μνήμης.