The Moscow Times, 24 Dec. 2019

του Pjotr Sauer

(Μετάφραση: Κ. Βέργος)

 

Ειδικοί της Εξωτερικής Πολιτικής Χαρτογραφούν τα Σχέδια της Ρωσίας για το 2020  

Το 2019 ήταν μια γεμάτη χρονιά για τη Ρωσία στο εξωτερικό. Πρώτα απ’ όλα, η χώρα συνέχισε να καλλιεργεί τους δεσμούς της με νέους εταίρους, συμπεριλαμβανομένων των 43 Αφρικανών ηγετών που παραβρέθηκαν στο πρώτο φόρουμ Ρωσίας-Αφρικής στο Σότσι τον Οκτώβριο – ενώ παλεύει με μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ (που τερμάτισαν μια ιστορική συνθήκη του Ψυχρού Πολέμου για τα όπλα).

Ενώ αυξάνει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, η χώρα έχει επίσης προχωρήσει στην επέκταση της στρατιωτικής της εμβέλειας σε νέα σύνορα, με τις πρώτες πτήσεις πυρηνικών βομβαρδιστικών στη Νότια Αφρική και τη Βενεζουέλα, καθώς και την πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη σε καθεστώτα που εκτείνονται από τη Μοζαμβίκη και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία έως τον στρατιωτικό διοικητή των ανταρτών της Λιβύης Khalifa Haftar.

Πιο κοντά στην πατρίδα, η σχέση με την Ουκρανία έχει βελτιωθεί, καθώς οι δυο χώρες πραγματοποίησαν ευρεία ανταλλαγή κρατουμένων και συμφώνησαν σε πενταετή συμφωνία φυσικού αερίου. Η Ρωσία, ωστόσο, κατηγορήθηκε για άλλη μια φορά, από την ΕΕ και άλλες χώρες, για αποσταθεροποιητικές δραστηριότητες, ενώ το μέλλον του ζωτικού αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 στη Γερμανία παραμένει ασαφές.

Τι ελπίζει να επιτύχει η Ρωσία το 2020; Οι Moscow Times ζήτησαν από έξι ειδικούς της Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής να διατυπώσουν τις απόψεις τους.

  1. Alexander Gabuev, senior fellow and chair of the Russia in Asia-Pacific Program at the Carnegie Moscow Center

Ενίσχυση του εμπορίου Ρωσίας-Κίνας το 2020

Το έτος 2020 θα έπρεπε να είναι το έτος κατά το οποίο ο εμπορικός κύκλος εργασιών μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου θα ξεπερνούσε το όριο των 200 δις δολαρίων – τουλάχιστον αυτό είχαν διακηρύξει ο πρώην Κινέζος ηγέτης Hu Jintao και στη συνέχεια ο ρώσος πρόεδρος Dmitry Medvedev το 2010. Αυτός ο φιλόδοξος στόχος έχει τώρα μετατεθεί στο 2024. Παρ’ όλα αυτά, το 2018 ο όγκος του σινο-ρωσικού εμπορίου ξεπέρασε τελικά το όριο των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων και η προσπάθεια για την αύξηση αυτού του αριθμού θα είναι ένας σημαντικός στόχος για το Κρεμλίνο το 2020.

Παρά την «πρώτη ένα» της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ-Κίνας που συμφωνήθηκε το Δεκέμβριο, η Μόσχα ελπίζει να αυξήσει τις εξαγωγές υδρογονανθράκων και προϊόντων τροφίμων στον γιγαντιαίο γείτονά της. Ο αγωγός φυσικού αερίου Power of Siberia, εγκαινιασθείς στις 2 Δεκεμβρίου 2019, θα ξεκινήσει εμπορικές δραστηριότητες το επόμενο έτος. Αν και ο αγωγός δεν θα φτάσει την πλήρη δυναμικότητα των 38 δισ. κυβικών μέτρων (bcm) ανά χρόνο μέχρι το 2025, το επόμενο έτος η Gazprom σκοπεύει να διανείμει τουλάχιστον 5 δισ. bcm φυσικού αερίου στην Κίνα. Εν τω μεταξύ, οι ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες επιδιώκουν να παγιώσουν την κυριαρχία τους στην Κινεζική αγορά αργού πετρελαίου και να επεκτείνουν τις αποστολές, αν και ο όγκος του εμπορίου υδρογονανθράκων θα εξαρτηθεί από τις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου. Η Μόσχα προσπαθεί επίσης να ξεπεράσει τους μη δασμολογικούς φραγμούς στην Κινεζική πλευρά προκειμένου να αυξήσει τις γεωργικές εξαγωγές στην Κίνα.

Οι ρωσικές εισαγωγές ενδέχεται να αποτελέσουν έναν ακόμα παράγοντα εμπορικών συναλλαγών. Παρά τους αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης στο εσωτερικό της χώρας, το Κρεμλίνο εισέρχεται σε βαθύτερη δέσμευση με Κινέζους τεχνολογικούς κολοσσούς, όπως η Huawei, καθώς η Ρωσία προσπαθεί να μειώσει την εξάρτησή της από τη δυτική τεχνολογία και να βασιστεί περισσότερο σε εναλλακτικές λύσεις που παρέχονται από την Κίνα και θεωρούνται φθηνότερες και λιγότερο επιβλαβείς για την εθνική ασφάλεια.

  1. Marianna Belenkaya, Middle East correspondent for the Russian daily Kommersant

Η Ρωσία χρειάζεται να δείξει ότι είναι μακροπρόθεσμος εταίρος στην Μέση Ανατολή

Η κύρια πρόκληση για τη Ρωσία στη Μέση Ανατολή το 2020 θα είναι να αποδείξει ότι δεν έχει φτιάξει ένα χάρτινο σπίτι στην περιοχή, το οποίο θα μπορούσε να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Η Ρωσία έχει οικοδομήσει σχεδόν ολόκληρη την πολιτική της στη Μέση Ανατολή πάνω στα τεκταινόμενα στην Συρία. Αλλά η Μόσχα κατανοεί ότι η στρατιωτική παρουσία σε αυτήν τη χώρα δεν είναι αρκετή, ειδικά όταν η έμφαση των γεγονότων εκεί στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τη διπλωματία. Ωστόσο, η Ρωσία θα μπορούσε εύκολα να βυθιστεί στην πολύ δυσάρεστη διαδικασία της προσπάθειας επίτευξης πολιτικής διευθέτησης.

Το 2019, η Μόσχα προσπάθησε να επεκτείνει την εμπειρία της στη Συριακή διευθέτηση σε άλλα περιφερειακά ζητήματα: μεσολάβησε για τους Παλαιστινίους και ανανέωσε την ιδέα της ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο βάσει του διαλόγου μεταξύ Αράβων και Ιράν. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, αυτό δεν έχει αποφέρει κανένα αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά, η Μόσχα θα προσπαθήσει να παρουσιάσει εντυπωσιακές διπλωματικές πρωτοβουλίες για να επιβεβαιώσει την εικόνα της ως μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης.

Σε κάποιο βαθμό, η Μόσχα έχει γίνει όμηρος της εικόνας που δημιούργησε για τον εαυτό της μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης στη Συρία, δηλαδή ενός ισχυρού παράγοντα που γνωρίζει πώς να διαπραγματεύεται με όλους και που μπορεί να ασκήσει πίεση όταν δεν είναι σε θέση να επιβάλει διάλογο.

Τώρα η προσδοκία είναι ότι η Ρωσία θα παρεμβαίνει σε σχεδόν κάθε περιφερειακή σύγκρουση, και ιδιαίτερα στη Λιβύη, με επανάληψη του στρατιωτικού σεναρίου της στη Συρία. Η Ρωσία φαίνεται να συμφιλιώθηκε με αυτόν τον ρόλο, κρίνοντας από το γεγονός ότι αξιωματούχοι του υπουργείου Άμυνας συναντήθηκαν με τον Λίβυο Στρατάρχη Khalifa Haftar.

Όσο για τις προσπάθειες να κατηγορηθεί η Μόσχα για ανάμειξη στις υποθέσεις της Μέσης Ανατολής, η πολιτική της Ρωσίας διαφέρει ελάχιστα από τις ενέργειες άλλων “μεγάλων” δυνάμεων. Στην πραγματικότητα, η Μόσχα αντιμετωπίζει το δικό της πρόβλημα να μην έχει συγκεκριμένη πολιτική όσον αφορά τα ιδιωτικά στρατιωτικά συμβόλαια και διάφορες ομάδες συμφερόντων που συχνά λειτουργούν στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και άλλες περιοχές του κόσμου, σε αντίθεση με τη ρωσική επίσημη θέση.

Παραμένει το ερώτημα εάν η Ρωσία έχει σαφή, μακροπρόθεσμη στρατηγική στη Μέση Ανατολή.

  1. Elena Chernenko, special correspondent at Kommersant and member of the board of the Council on Foreign and Defense Policy

Στην Ευρώπη, ο πραγματισμός παραμένει κλειδί.

Δεν έχω την αίσθηση ότι η Ρωσία έχει κατά νου ειδικούς “στόχους” ως προς τις σχέσεις της με την ΕΕ το 2020. Η πραγματικότητα είναι ότι επί του παρόντος δεν υπάρχουν εποικοδομητικές σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και ΕΕ ως ένωσης. Όλα τα σχέδια που άρχισαν να αναπτύσσονται μεταξύ Μόσχας και Βρυξελλών πριν από το 2014 είναι ακόμη σε αναμονή κυρίως λόγω των γεγονότων εντός και γύρω από την Ουκρανία.

Για τη Ρωσία, η ΕΕ παραμένει σημαντικός εταίρος λόγω της ισχύος των κυρώσεων και του γεγονότος ότι μπορεί να κάνει τη ζωή δυσκολότερη για το φιλόδοξο έργο Nord Stream 2 του Κρεμλίνου. Αλλά το Κρεμλίνο διαπιστώνει ότι σχεδόν όλα τα υπόλοιπα μπορούν να αντιμετωπιστούν σε διμερές επίπεδο.

Φέτος, η ΕΕ δυστυχώς δεν έκανε τη φωνή της να ακουστεί κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης της συνθήκης INF. (ΣΤΜ: Συνθήκη Η.Π.Α.-Ρωσίας για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς.) Η ύπαρξη αυτής της συνθήκης ήταν προς το ζωτικό συμφέρον των Ευρωπαϊκών χωρών. Τώρα η ΕΕ μπορεί για μία ακόμη φορά να βρεθεί στο μέσον της ανταγωνισμού εξοπλισμών μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον.

Όσον αφορά τις διμερείς σχέσεις με τα κράτη μέλη της ΕΕ, η Ρωσία θα συνεχίσει την πραγματιστική της προσέγγιση: περισσότερο εμπόριο, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερος τουρισμός. Η Ρωσία έχει ήδη καθιερώσει ηλεκτρονικές βίζες (e-visas) για την Αγία Πετρούπολη.

Η πολιτική ατζέντα είναι πιο λεπτή: Η Ρωσία θα προτιμούσε μια λιγότερο ενωμένη και άκαμπτη ΕΕ για την Ουκρανία. Ταυτόχρονα, ελπίζει ότι η ΕΕ θα τηρήσει μια ενιαία και κυρίαρχη στάση έναντι των ΗΠΑ. Ωστόσο, δεν αναμένω κάποια δυναμικά βήματα από τη Μόσχα για τα θέματα αυτά. Ο χρόνος φαίνεται να παίζει υπέρ της Ρωσίας έτσι ώστε το Κρεμλίνο να κρατήσει στάση αναμονής και να δει τι θα συμβεί το 2020.

  1. Vladimir Frolov, political columnist and foreign policy expert

Το Κρεμλίνο θα ελπίζει για άλλα 4 χρόνια Τραμπ

Υπήρξε μια πολλά υποσχόμενη αρχή για το 2019 και για τις δύο χώρες. Μετά από τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στα τέλη Απριλίου και την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Πομπέο στο Σότσι στις αρχές Μαΐου για συναντήσεις με τον Πούτιν, οι δυο πλευρές φάνηκαν να έχουν αποφασίσει να επικεντρωθούν σε ένα φάσμα επικαλυπτόμενων συμφερόντων. Το καλοκαίρι, ο Πούτιν και ο Τραμπ είχαν μια εποικοδομητική συνάντηση στη σύνοδο κορυφής του G20 στην Οσάκα της Ιαπωνίας.

Μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, ωστόσο, ο Τζον Μπόλτον είχε απολυθεί ως σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ, ο Πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Μόσχα και ο Ανώτερος Διευθυντής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSC) για τη Ρωσία είχαν παραιτηθεί και ένας προστατευόμενος μάρτυρας είχε προκαλέσει έρευνα μομφής του Κογκρέσου με επίκεντρο την Αμερικανο-Ουκρανική σχέση, μη αφήνοντας κανένα περιθώριο στην Ουάσιγκτον να συνομιλεί με την Μόσχα. Η πυρηνική συνθήκη INF επίσης πέθανε κάπου στην πορεία.

Ωστόσο, το 2020 μπορεί να αποδειχθεί πολύ καλύτερο. Εκτός από απρόβλεπτες εξελίξεις, ο Τραμπ θα τιμωρηθεί στην Βουλή και θα αθωωθεί στη Γερουσία διατηρώντας ρεαλιστικές προοπτικές επανεκλογής το Νοέμβριο του 2020. Πριν από αυτό, θα επισκεφθεί τη Μόσχα το Μάιο για τους εορτασμούς της Ημέρας της Νίκης, όπου ο Πούτιν θα φιλοξενήσει τον Πρόεδρο Xi Jinping της Κίνας και τον Πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν της Γαλλίας, ο οποίος πρόσφατα συμπαρατάχθηκε με την κοσμοθεωρία του Ρώσου ηγέτη. Στη Μόσχα, ο Πούτιν και ο Τραμπ θα έχουν την πρώτη τους εφ’ όλης της ύλης συνάντηση.

Με τον Τζον Μπόλτον και τον Τιμ Μόρισον να φεύγουν από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, οι ΗΠΑ ίσως συμφωνήσουν να παρατείνουν τη Νέα Συνθήκη START για μερικά ακόμα χρόνια, όπως πρότεινε η Ρωσία, προσφέροντας στους Πούτιν και Τραμπ τις “νίκες” τους. Δεν αποκλείεται κάποια πρόοδος στα πυρηνικά προγράμματα του Ιράν και της Βόρειας Κορέας. Εάν η Ρωσία και η Ουκρανία σημειώσουν σημαντική πρόοδο στην εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ στο πλαίσιο της Γαλλικής διαμεσολάβησης, η ελάφρυνση των κυρώσεων των ΗΠΑ θα μπορούσε να βρίσκεται στην ατζέντα.

Πέρα από τη σύνοδο κορυφής της Μόσχας, δεν θα επιτευχθούν πολλά άλλα στις διμερείς σχέσεις κατά την εκλογική περίοδο των ΗΠΑ. Το Κρεμλίνο θα επιδιώξει μια διεθνή ατζέντα συγκράτησης προκειμένου να μην υπονομεύσει την επανεκλογή του Τραμπ. Ούτε πρόκειται να ξεκινήσει συγκαλυμμένες ενέργειες για να αναμειχθεί στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ. Δεν χρειάζεται. Τέσσερα ακόμα χρόνια του Τραμπ στον Λευκό Οίκο είναι αρκετά για να πετύχει τους στόχους της Μόσχας να τερματίσει την παγκόσμια υπεροχή των ΗΠΑ. Ποιος θα μπορούσε να ζητήσει περισσότερα;

  1. Andrei Kortunov,director-general of the Russian International Affairs Council

Η Ρωσία θα συνεχίσει να βολιδοσκοπεί τον Ζελένσκι της Ουκρανίας το 2020

Φαίνεται ότι υπάρχουν δύο απόψεις μεταξύ των κορυφαίων Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με τις πιθανές εξελίξεις στην Ουκρανία το προσεχές έτος και το τι θα σημάνουν αυτές για τη Μόσχα.

Η πρώτη λέει ότι το πολιτικό εκκρεμές της Ουκρανίας έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο του και ότι ο πρόεδρος Volodymyr Zelenskiy είναι ο καλύτερος δυνατός εταίρος διαπραγματεύσεων για την επίτευξη συμφωνίας για το Donbass και, ενδεχομένως, για ευρύτερο φάσμα θεμάτων. Υπό την προϋπόθεση αυτή, οποιαδήποτε περαιτέρω πίεση στον Zelenskiy θα τον καθιστούσε απλώς πιο αδύναμο και θα μπορούσε να οδηγήσει στην πολιτική αναβίωση ριζοσπαστικών εθνικιστικών στοιχείων στο Κίεβο. Συνεπώς, η Μόσχα πρέπει να στηρίξει το Zelenskiy και να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία όσον αφορά τις συμφωνίες του Μινσκ και την επίδειξη καλής θέλησης. Αυτό θα μπορούσε επίσης να σημαίνει παραχωρήσεις για τη μεταφορά φυσικού αερίου και αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων με το Κίεβο.

Η αντίθετη άποψη υποθέτει ότι το πολιτικό εκκρεμές της Ουκρανίας δεν έχει φτάσει ακόμη στο υψηλότερο σημείο του και ότι η κατανομή της πολιτικής ισχύος το 2020 θα συνεχίσει να αλλάζει προς όφελος της Ρωσίας. Επιπλέον, υποθέτει ότι ο βαθμός, στον οποίο ο Zelenskiy είναι ανεξάρτητος από τις Ουκρανικές ολιγαρχικές ομάδες, εξακολουθεί να είναι ασαφής, όπως και η ικανότητά του να ελέγχει τις δυνάμεις ασφαλείας. Κατά συνέπεια, η Μόσχα δεν πρέπει να σπεύσει σε νέες πρωτοβουλίες ή προτάσεις, ιδίως εάν αυτές οδηγούν σε αναθεώρηση των συμφωνιών του Μινσκ.

Αν η πρώτη άποψη είναι προσανατολισμένη στην επίτευξη προόδου το επόμενο έτος, η δεύτερη λέει ότι θα είναι αρκετή για να παγιωθεί το υπάρχον καθεστώς, παγώνοντας τη σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία και μεταθέτοντας οποιεσδήποτε ουσιαστικές συμφωνίες σε ένα πιο μακρινό μέλλον.

  1. Evgeny Korendyasov, Head of Center for Russian-African Relations Studies at RAS Institute for African Studies

Η Ρωσία θα επιδιώξει περαιτέρω Αφρικανική ολοκλήρωση, αλλά η Δύση θα παρακολουθεί στενά

Το 2020 υπόσχεται να είναι δυναμικό και πολύ παραγωγικό για τις σχέσεις Ρωσίας-Αφρικής. Σηματοδοτεί την έναρξη της πρακτικής εφαρμογής της νέας στρατηγικής της Ρωσίας για την Αφρική, η οποία ανακοινώθηκε στην πρώτη σύνοδο κορυφής Ρωσίας-Αφρικής που πραγματοποιήθηκε στο Σότσι στις 23-24 Οκτωβρίου. Βασικός στόχος της είναι να “δώσει στις σχέσεις Ρωσίας-Αφρικής στρατηγικό, συστημικό και περιεκτικό χαρακτήρα”.

Η Ρωσική πολιτική και επιχειρηματική ελίτ δεν θα υποτιμά πλέον την παγκόσμια σημασία της Αφρικανικής ηπείρου. Τα σχέδια μιλούν για διπλασιασμό του όγκου του εξωτερικού εμπορίου της Ρωσίας με τις Αφρικανικές χώρες, σε 40 δισεκατομμύρια δολάρια, τα επόμενα τρία ή τέσσερα χρόνια. Οι Ρωσικές επιχειρήσεις είναι έτοιμες να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να πάρουν τη θέση που τους αξίζει στην ταχέως αναπτυσσόμενη καταναλωτική αγορά της Αφρικής, η οποία αναμένεται να φτάσει τα 7 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2025. Στη διεθνή αρένα, Ρωσία και Αφρική συνεχίζουν την αμοιβαία προσέγγιση με ομοψυχία για την τήρηση των αρχών της ανεξαρτησίας και της μη παρέμβασης, καθώς και για τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας και της πολιτιστικής πολυμορφίας.

Η επίτευξη αυτών των στόχων θα είναι δύσκολη και όχι χωρίς διαμάχες. Οι Δυτικές χώρες αντιτίθενται σθεναρά στο να διαδραματίσει η Ρωσία μεγαλύτερο ρόλο στην Αφρική. Στη νέα στρατηγική για την Αφρική, οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτήρισαν την Ρωσία και την Κίνα ως τους κύριους αντιπάλους τους στην ήπειρο. Το Παρίσι θεωρεί ότι η παρουσία της Ρωσίας στην Αφρική έχει «αντιγαλλικό χαρακτήρα» που απειλεί τα γαλλικά εθνικά συμφέροντα. Οι χώρες του ΝΑΤΟ προσπαθούν να εμπλέξουν τα Αφρικανικά κράτη στην αντιπαράθεση της Δύσης με τη Ρωσία. Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας ισχύουν και για τις Δυτικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Αφρική.

Η κατάσταση αυτή θα επιδεινώσει αναπόφευκτα το εμπόριο και τον οικονομικό ανταγωνισμό. Ωστόσο, στο πλαίσιο της Αφρικής, ένας τέτοιος ανταγωνισμός έρχεται αντιμέτωπος με ορισμένους περιορισμούς ή «κόκκινες γραμμές». Αυτό σημαίνει ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να εργαστεί ενωμένη για να αντιμετωπίσει τις παγκόσμιες προκλήσεις και απειλές. Η Αφρική είναι μια τεράστια εστία τρομοκρατίας, διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος και παράνομης μετανάστευσης. Πάσχει επίσης από τα υψηλότερα επίπεδα φτώχειας στον κόσμο, οικονομική υπανάπτυξη και κινδύνους μαζικών επιδημιών. Όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με τις ανθρωπιστικές αξίες του σύγχρονου πολιτισμού.

Αν και η Αφρική δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της αυτές τις προκλήσεις, η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να τις ξεπεράσει χωρίς να αξιοποιήσει ευρέως τις δυνατότητες της Αφρικανικής ηπείρου.

  1. Elizabeth Buchanan, Lecturer of Strategic Studies with Deakin University at the Australian War College

Αναμείνατε περαιτέρω βιομηχανική Αρκτική

Το 2020 θα υποδεχθεί την επικαιροποιημένη στρατηγική της Ρωσίας για την Αρκτική (καθώς η ισχύουσα από το 2008 πολιτική για την Αρκτική λήγει, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα). Ο Πούτιν έχει ήδη επισημάνει ότι το βάρος θα δοθεί στην εκβιομηχάνιση της Αρκτικής από τη Ρωσία μέχρι το 2035. Αυτή η εστίαση συνάδει με το γεγονός ότι η Αρκτική θεωρείται η μελλοντική βάση πόρων για τη Ρωσική κυβέρνηση. Η πρόσφατη Ρωσική πολιτική φορολογικών απαλλαγών των έργων παραγωγικών πόρων υποστηρίζει περαιτέρω την προτεραιότητα της ανάπτυξης των παραγωγικών πόρων της Αρκτικής για τη Μόσχα.

Θα δούμε επιτέλους τον «νέο» Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Δύσης στην Αρκτική το επόμενο έτος; Δεν νομίζω. Αλλά το 2020 θα γίνει μάρτυρας της αναγέννησης του νέου στρατηγικού ανταγωνισμού μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών (Ρωσίας, Καναδά, Νορβηγίας, Δανίας/Γροιλανδίας, Ισλανδίας, Σουηδίας, Φινλανδίας και Ηνωμένων Πολιτειών) της Αρκτικής σε μια νέα εποχή εκβιομηχάνισης της Αρκτικής. Εμπορικοί υπολογισμοί θα κατευθύνουν τις στρατηγικές εταιρικές σχέσεις στην Αρκτική. Το έχουμε ήδη δει αυτό στις συγκλίνουσες Σινο-Ρωσικές σχέσεις στην περιοχή.

Μια σχέση που γεννήθηκε αρχικά από απόγνωση χάρη στις Δυτικές ενεργειακές κυρώσεις, χρησιμεύει τώρα ως βάση για τα απαραίτητα έργα υποδομής και, τελικά, τον επανασχεδιασμό των παγκόσμιων δρόμων μεταφορών και ενεργειακών ροών – εξ ονόματος του Πεκίνου και της Μόσχας. Το 2020, αναμένω από τη Ρωσία να ενισχύσει επίσης την ασφαλιστική της ρήτρα έναντι του ενδεχομένου να γίνει ο «μικρός αδερφός» της Κίνας, διαφοροποιώντας περαιτέρω τις Αρκτικές εμπορικές και εταιρικές της σχέσεις (με την Ιαπωνία, τη Σαουδική Αραβία και την Ινδία ειδικότερα).

Φυσικά, το αφήγημα της τιτλοποίησης της Ρωσικής Αρκτικής θα συνεχιστεί – ξέρουμε ότι η στρατιωτικοποίηση συγκεντρώνει περισσότερους τίτλους εφημερίδων. Αλλά αυτός είναι ο περισπασμός. Είναι σημαντικό να κοιτάξουμε μπροστά και να εστιάσουμε στις επενδύσεις υποδομών ζωτικής σημασίας που καλλιεργούνται από το Κρεμλίνο για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Θέτοντας το ζήτημα τη στρατηγικής τροχιάς της Αρκτικής, πιστεύω ότι είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε το πρόγραμμα εκβιομηχάνισης της Ρωσίας για την περιοχή καθώς αυτό αρχίζει να διαμορφώνεται μέσα στο 2020. Η βαρύτητα αυτού που (οικονομικά) διακυβεύεται για το Κρεμλίνο σημαίνει απαραίτητα ότι το σημερινό συνεταιρικό περιβάλλον της Αρκτικής θα ενισχυθεί από τη Μόσχα. Πιστεύω ότι αυτό θα συμβεί, ιδίως ενόψει της ανάληψης της προεδρίας του Αρκτικού Συμβουλίου από τη Ρωσία το 2021.