Foreign Affairs, March 15, 1923

Herbert A. L. Fisher

Mr. Lloyd George’s Foreign Policy

In the mind of the British Prime Minister, Mr. Lloyd George, detestation of Turkish atrocities mingled with the political tradition associated with the great name of Gladstone. “Our policy,” he proclaimed (June 23, 1920), “is a policy of releasing all non-Turkish populations from Turkish sway. That has been accepted by everyone in the House and outside.” So the Arabian world was to be emancipated, Armenia constituted into a strong and independent state, the Italians brought to Asia Minor, the French to Cilicia and Syria, while Eastern and Western Thrace as well as the Vilayet of Smyrna were allotted to Greece. It was all beautifully logical, except the disposition of Western Thrace, where there appears to be a Turkish majority. And no one can accuse the policy of lack of scope and grandeur. What a chance it seemed to rescue Asia Minor and the Balkans from the blighting dominion of a nomad race, which however attractive in its qualities of hardihood, sobriety and endurance has throughout history conspicuously failed in all its relations to non-Turkish peoples!

But here again it was a policy which required a strong instrument to bring it into effect. The instrument broke. America, which according to the required design was to have taken a mandate for Armenia, withdrew from all participation in these affairs; France, hard pressed in Cilicia, made a separate treaty with the Turks; Italy washed her hands of the whole enterprise. There remained one weapon and that a weak one, the Greek army in Thrace and Asia Minor, whereby the Near East was to be recalled out of medieval barbarism to the glittering days of the early Christian centuries.

The situation had been greatly compromised by the long delay which elapsed between Lord Allenby’s decisive rout of the Turkish armies and the signature of the Treaty of Sivres. For that delay the British Government could hardly be held responsible. Speaking in the House of Commons on March 25, 1920, the Prime Minister, after alluding to the hopes which had been formed of American cooperation in respect of Armenia and the Straits and possibly also of Constantinople, observed: “We were asked not to proceed with the Turkish scheme until President Wilson had had an opportunity of consulting the United States of America and we were led to expect that he would be in a position to give us a decision in that respect by the end of August or, at the latest, by September. Difficulties arose in the United States at that time in respect to the negotiations for the German treaty. The result has been that we have not had any definite indication as to the attitude of the United States of America in reference to the Turkish treaty. The delay has undoubtedly aggravated unrest in Turkey and has intensified the whole of our difficulties there.”

The results of the delay were serious. Mustapha Kemal, representing the spirit of irreconcilable Turkish nationalism, gathered together a force and set up a government at Angora, pledged to turn the Greeks out of Asia Minor and to recover Constantinople and Thrace. A force which would have been regarded as contemptible in 1919 became respectable in 1922. And there was no power on the spot to contest its advance into Greece. The sentiment of the British Cabinet had, with some notable exceptions, been throughout unfavorable to the Turkish claims. On this point there was no division of opinion between Mr. Lloyd George and Mr. Balfour and Lord Curzon, his two successive Foreign Ministers.

The Moslem cause found, however, a powerful advocate in the Cabinet in the person of Mr. Montagu, the Secretary of State for India, who throughout the peace negotiations represented with great force and eloquence the deep feeling of the Moslem leaders in India, if only as a means of securing a favorable atmosphere in which to launch his great experiment of Indian responsible government. Mr. Montagu was not without his supporters and the Treaty of Sevres retained the Turk in Constantinople. In most other points, however, it was in violent contradiction with Turkish national sentiment and Mustapha Kemal and his friends vowed to overthrow it. There followed a duel between Smyrna and Angora, the political history of which will long give rise to acrimonious debates.

The British Government pursued a policy not of belligerency, open or covert, but of mediation and neutrality. All through 1921 and the early part of 1922, Mr. Lloyd George and Lord Curzon endeavored to bring the Greeks and Turks to an agreement. Not a gun, not a shell, not a soldier, not a shilling was voted to the support of the Greek enterprise. When the Greek army clamored to occupy Constantinople instructions were given to the British Commander on the spot to come into line with his French colleague and bar the way. On June 12, 1922, Mr. Lloyd George advised the Greeks to evacuate Smyrna; but electing to hold on, they suffered, rather through demoralization than military defeat, their great September disaster. It is possible that if the British Foreign Office had continued to press for evacuation steadily through the spring the world would have been spared the firing and the sack of Smyrna. On the other hand there was no clear military reason for expecting the fall of the city before so weak an assailant (for judged by Western standards Mustapha Kemal’s army is far from being formidable) in advance of the meeting of the conference on Near Eastern affairs which was planned for the autumn.

Foreign Affairs, 15 Μαρτίου 1923

Herbert A. L. Fisher

Η Εξωτερική Πολιτική του Lloyd George

Στο μυαλό του Βρετανού Πρωθυπουργού, κ. Lloyd George, η απέχθεια για τις τουρκικές φρικαλεότητες αναμείχθηκε με την πολιτική παράδοση που συνδέεται με το μεγάλο όνομα του Γλάδστωνος. «Η πολιτική μας», διακήρυξε (23 Ιουνίου 1920), «είναι μια πολιτική απελευθέρωσης όλων των μη τουρκικών πληθυσμών από την τουρκική επιρροή. Αυτό γίνεται αποδεκτό από όλους μέσα και έξω από τη Βουλή». Έτσι ο αραβικός κόσμος επρόκειτο να χειραφετηθεί, η Αρμενία να συγκροτηθεί σε ένα ισχυρό και ανεξάρτητο κράτος, οι Ιταλοί ήλθαν στη Μικρά Ασία, οι Γάλλοι στην Κιλικία και τη Συρία, ενώ η Ανατολική και Δυτική Θράκη καθώς και το Βιλαέτι της Σμύρνης παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα. Ήταν όλα υπέροχα λογικά, εκτός από τη διάθεση της Δυτικής Θράκης, όπου φαίνεται να υπάρχει τουρκική πλειοψηφία. Και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την πολιτική για έλλειψη προοπτικής και μεγαλείου. Τι ευκαιρία να σώσουμε τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια από την καταστροφική κυριαρχία μιας νομαδικής φυλής, η οποία, όσο ελκυστική και αν είναι με τις ιδιότητες της σκληρότητας, της εγκράτειας και της αντοχής της, έχει αποτύχει εμφανώς σε όλες τις σχέσεις της με τους μη τουρκικούς λαούς!

Αλλά εδώ επίσης υπήρξε μια πολιτική που προϋπέθετε ένα ισχυρό εργαλείο για να εφαρμοστεί. Το εργαλείο αυτό χάλασε. Η Αμερική, η οποία σύμφωνα με τον απαιτούμενο σχεδιασμό επρόκειτο να είχε λάβει εντολή για την Αρμενία, αποχώρησε από κάθε συμμετοχή σ’ αυτές τις υποθέσεις. Η Γαλλία, πιεσμένη στην Κιλικία, συνήψε χωριστή συνθήκη με τους Τούρκους. Η Ιταλία ένιψε τα χέρια της από όλη την επιχείρηση. Έμεινε ένα όπλο, και αυτό αδύναμο, ο ελληνικός στρατός στη Θράκη και τη Μικρά Ασία, όπου η Εγγύς Ανατολή έπρεπε να ξαναγυρίσει, από τη μεσαιωνική βαρβαρότητα, στις αστραφτερές ημέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων.

Η κατάσταση είχε σε μεγάλο βαθμό διακυβευτεί από τη μεγάλη καθυστέρηση που μεσολάβησε μεταξύ της αποφασιστικής καταστροφής των τουρκικών στρατιών από τον Λόρδο Allenby και της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών. Για αυτή την καθυστέρηση η βρετανική κυβέρνηση δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη. Μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 25 Μαρτίου 1920, ο Πρωθυπουργός, αφού αναφέρθηκε στις ελπίδες που είχαν διαμορφωθεί για αμερικανική συνεργασία σε σχέση με την Αρμενία και τα Στενά και πιθανώς και την Κωνσταντινούπολη, παρατήρησε: «Μας ζητήθηκε να μην προχωρήσουμε με το τουρκικό σχέδιο έως ότου ο Πρόεδρος Wilson θα είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί τις ΗΠΑ και αυτό είναι που μας έκανε να περιμένουμε ώστε να είναι ο ίδιος σε θέση να μας δώσει την απόφαση ως προς αυτά μέχρι τα τέλη Αυγούστου ή, το αργότερο, μέχρι τον Σεπτέμβριο. Εκείνη την περίοδο προέκυψαν δυσκολίες στις ΗΠΑ όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για τη γερμανική συνθήκη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν είχαμε καμία σαφή ένδειξη ως προς τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών σε σχέση με την τουρκική συνθήκη. Η καθυστέρηση επιδείνωσε αναμφίβολα την αναταραχή στην Τουρκία και ενέτεινε το σύνολο των εκεί δυσκολιών μας».

Τα αποτελέσματα της καθυστέρησης ήταν σοβαρά. Ο Μουσταφά Κεμάλ, αντιπροσωπεύοντας το πνεύμα του ασυμβίβαστου τουρκικού εθνικισμού, συγκέντρωσε μια δύναμη και δημιούργησε μια κυβέρνηση στην Άγκυρα, υποσχέθηκε δε να απομακρύνει τους Έλληνες από τη Μικρά Ασία και να ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη. Μια δύναμη, που θα είχε περιφρονηθεί το 1919, έγινε σεβαστή το 1922. Και δεν υπήρχε δύναμη επί τόπου να αμφισβητήσει την προέλασή της προς την Ελλάδα. Το αίσθημα του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου ήταν, με ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, δυσμενές για τις τουρκικές διεκδικήσεις. Σε αυτό το σημείο δεν υπήρξε διαφωνία απόψεων μεταξύ του κ. Lloyd George και του κ. Balfour και του Λόρδου Curzon, των δύο διαδοχικών Υπουργών Εξωτερικών του.

Η μουσουλμανική υπόθεση βρήκε, ωστόσο, έναν ισχυρό συνήγορο στο Υπουργικό Συμβούλιο στο πρόσωπο του κ. Montagu, Υπουργού Εξωτερικών για την Ινδία, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων αντιπροσώπευε με μεγάλη δύναμη και ευγλωττία το βαθύ συναίσθημα των μουσουλμάνων ηγετών στην Ινδία, έστω και μόνο ως μέσο εξασφάλισης μιας ευνοϊκής ατμόσφαιρας για να ξεκινήσει το μεγάλο του πείραμα της υπεύθυνης ινδικής κυβέρνησης. Ο κ. Montagu δεν ήταν χωρίς υποστηρικτές του και η Συνθήκη των Σεβρών κράτησε τον Τούρκο στην Κωνσταντινούπολη. Στα περισσότερα άλλα σημεία, ωστόσο, ήταν σε βίαιη αντίθεση με το τουρκικό εθνικό αίσθημα και ο Μουσταφά Κεμάλ και οι φίλοι του ορκίστηκαν να ανατρέψουν την συνθήκη. Ακολούθησε μια μονομαχία μεταξύ της Σμύρνης και της Άγκυρας, η πολιτική ιστορία της οποίας θα προκαλέσει επί μακρόν έντονες συζητήσεις.

Η βρετανική κυβέρνηση ακολούθησε μια πολιτική όχι πολεμικής, ανοιχτής ή συγκαλυμμένης, αλλά μεσολάβησης και ουδετερότητας. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1921 και στις αρχές του 1922, ο κ. Lloyd George και ο Lord Curzon προσπάθησαν να φέρουν τους Έλληνες και τους Τούρκους σε συμφωνία. Ούτε ένα όπλο, ούτε μια οβίδα, ούτε ένας στρατιώτης, ούτε ένα σελίνι ήταν η ψήφος για την υποστήριξη της ελληνικής επιχείρησης. Όταν ο ελληνικός στρατός ζήτησε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, δόθηκαν οδηγίες στον Βρετανό Διοικητή επί τόπου να έρθει σε συνεννόηση με τον Γάλλο συνάδελφό του και να κλείσουν το δρόμο. Στις 12 Ιουνίου 1922, ο κ. Lloyd George συμβούλευσε τους Έλληνες να εκκενώσουν τη Σμύρνη. Αλλά αυτοί επιλέγοντας να κρατήσουν, υπέστησαν, μάλλον λόγω χαμηλού ηθικού παρά στρατιωτικής ήττας, τη μεγάλη τους καταστροφή του Σεπτεμβρίου. Είναι πιθανό ότι αν το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών συνέχιζε να πιέζει σταθερά την άνοιξη για εκκένωση, ο κόσμος θα είχε γλιτώσει την πυρκαγιά και την λεηλασία της Σμύρνης. Από την άλλη πλευρά, δεν υπήρχε καθαρός στρατιωτικός λόγος για να περιμένουμε την πτώση της πόλης μπρος σε έναν τόσο αδύναμο επιτιθέμενο (διότι κρινόμενος με τα δυτικά πρότυπα ο στρατός του Μουσταφά Κεμάλ δεν είναι καθόλου τρομερός) πριν από τη συνάντηση της διάσκεψης για τις υποθέσεις της Εγγύς Ανατολής που είχε προγραμματιστεί για το φθινόπωρο.