Guardian, 14 Jan 2023

Serial liar George Santos is the politician Americans deserve

Moira Donegan

Perhaps Santos’s real sin is not in lying, but in telling the wrong lies. It’s hard to keep track of what, exactly, the newly elected Republican congressman George Santos has said about his own life. His story changes and contradicts itself. He says he worked at Citigroup and Goldman Sachs, which he didn’t. He said he graduated from Baruch College – he didn’t do that, either. Some of his fabrications are so trivial and specific that it’s impossible to ascribe a nefarious motive to them.

What could Santos possibly have to gain, for instance, by claiming to have been a college volleyball champion? On the campaign trail, running in the heavily Jewish third district of New York, on suburban Long Island, Santos claimed that he was “a member of the Jewish community”, and descended from Ukrainian refugees. When this turned out to be untrue, he later tried to claim that he merely meant that he was “Jew-ish” At times like this, it’s hard to take Santos’s dishonesty seriously. It seems less like an affront to the dignity of the democratic process and more like some kind of durational satire, a piece of performance art.

George Santos has been condemned for running a campaign of ‘deceit, lies and fabrication’. But if you take his fictional biography as a whole, it’s clear that Santos was appealing to particular American longings. He was quite savvily inventing a character who would assuage the anxieties and comfort the vanities of the affluent, Republican-leaning voters in his district. On the campaign trail, Santos presented himself as the embodiment of 20th century-style American upward mobility. He claimed to be the son of Brazilian immigrants, who grew up in “abject poverty” and attended public schools before ascending to become a blue-chip financial trader and wealthy philanthropist.

It’s a dream that no doubt many still want to believe in. But it should have been a red flag. Anyone who assesses America with clear eyes knows that Goldman Sachs traders don’t come, as Santos says he did, from basement apartments in Jackson Heights, Queens. They come from Dalton, Choate and Exeter.

He professed the identities that have been most easily demonized in the Republican imagination: he was supposed to be Jewish, a member of the group targeted by conspiratorial theories; he was supposed to be gay, a member of the group increasingly smeared on the right as pedophiles; he was supposed to be a Latino immigrant, a member of the group associated with dark fantasies in the white mind about demographic change and crime. But at the same time, he was a Republican, a defender of these bigotries; his membership in the very groups his party worked against seemed to absolve his voters of complicity.

And of course, there were the remarkable historical coincidences, the tendency of Santos to claim his own life intersected with moments of crisis for the American conscience. He said that his grandparents – the supposedly Jewish ones – had been Holocaust survivors. He said that his mom had died in 9/11. He said that he had lost four employees at the Pulse massacre, the event where a gunman opened fire at an Orlando gay club. It seems that he used this proximity to tragedy to some effect in his fundraising.

Αmong the several investigations into Santos, there is now one related to campaign expenditures, and the curious way that money seemed to disappear from his account in amounts just beneath the federal reporting threshold where a receipt would be required.

Santos, in this telling, had an uncanny, Forrest Gump-like biographical connection to these momentous historical moments, his own life changing at just the same moments that challenged the identity of the nation. It’s not hard to see why this fiction appealed to Santos, and why it appealed to his voters. It made him into an avatar of America itself.

With his boldness and deception, his shamelessness and alleged comfort with financial malfeasance, Santos, with all his lies, seems to reveal an uncomfortable truth about American politics, emphasizing what the politics writer John Ganz called “the reign of crime”. Politicians, after all, lie all the time, and the Republican party in particular seems to have rapidly mainstreamed the use of fabulism, fraud and cheap scams that manipulate and extort the government, the public and the ruling elite. Are Santos’s lies, after all, any more far-fetched than Trump’s claims that the 2020 election was stolen from him via a vast, undetected conspiracy? Are his lies about where he worked and went to school any more nefarious than the claim that Covid vaccines kill people, or that drag queens are scheming to molest children at public libraries? Perhaps Santos’s real sin is not in lying, but in telling the wrong lies.

Santos’s fellow New York Republicans are trying to distance themselves from the congressman, calling on him to resign in the hopes that it will help their own re-election chances. “He needs help,” said Jennifer DeSena, a local Republican official from Long Island. “This is not a normal person.” And indeed it’s hard not to suspect that there might be something wrong with the man, aside from the moral turpitude – a delusional tendency or break with reality that precipitated all these fictions. But it would be a mistake to think that George Santos’s pathologies are his alone. His lies are the product of a political system that incentivizes dishonesty, punishes sincerity and is rife with opportunities for petty crooks. In that sense, Santos is the politician that we deserve.



Guardian, 14 Jan 2023

Ο σήριαλ-ψεύτης Τζορτζ Σάντος είναι ο πολιτικός που αξίζει στους Αμερικανούς

Moira Donegan

Ίσως το πραγματικό αμάρτημα του Σάντος δεν είναι τα ψέματα, αλλά τα λάθος ψέματα. Είναι δύσκολο να παρακολουθήσεις τι έχει πει ο νεοεκλεγείς Ρεπ. βουλευτής Τζορτζ Σάντος για τη ζωή του. Το βιογραφικό του αντιφάσκει. Λέει ότι εργάστηκε σε Citigroup και Goldman Sachs, κάτι που δεν συνέβη. Είπε ότι αποφοίτησε από το Baruch College. Δεν το έκανε ούτε αυτό. Μερικές από τις επινοήσεις  του είναι τόσο ασήμαντες που δεν είναι δυνατόν να τους αποδοθεί κακόβουλο κίνητρο.

Τι θα μπορούσε ενδεχομένως να κερδίσει ο Σάντος, πχ, ισχυριζόμενος  ότι ήταν πρωταθλητής στο κολεγιακό βόλεϊ; Στην προεκλογική εκστρατεία, στην έντονα εβραϊκή τρίτη περιφέρεια της Νέας Υόρκης, προάστια Λονγκ Άιλαντ, ο Σάντος ισχυρίστηκε ότι ήταν «μέλος της εβραϊκής κοινότητας» και ότι καταγόταν από Ουκρανούς πρόσφυγες. Όταν αυτό αποδείχθηκε αναληθές, είπε ότι εννοούσε απλώς ότι ήταν «Εβραίος εθνοτικά». Σε τέτοιες στιγμές, είναι δύσκολο να πάρεις στα σοβαρά την ανεντιμότητα του Σάντος. Μοιάζει λιγότερο με προσβολή της δημοκρατικής διαδικασίας και περισσότερο σαν ένα είδος διαρκούς σάτιρας, μια τέχνη περφόρμανς.

Ο Σάντος κατακρίθηκε επειδή έκανε μια εκστρατεία «απάτης και ψεμάτων». Αλλά αν προσέξετε την συνολική φανταστική βιογραφία του, είναι σαφές ότι ο Σάντος έγινε ελκυστικός αφουγκραζόμενος ιδιαίτερες αμερικανικές επιθυμίες. Επινόησε πολύ έξυπνα ένα χαρακτήρα που κατευνάζει τις ανησυχίες και παρηγορεί τις ματαιοδοξίες των εύπορων ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων στην περιφέρειά του. Κατά την εκστρατεία, ο Σάντος παρουσιάστηκε ως η ενσάρκωση της αμερικανικής κοινωνικής ανόδου τύπου 20ου αι.. Είπε ότι ήταν γιος Βραζιλιάνων μεταναστών, ότι μεγάλωσε σε «έσχατη φτώχεια» και ότι πήγε σε δημόσια σχολεία πριν ανέβει κοινωνικά ως επενδυτής high-tech και φιλάνθρωπος.

Είναι ένα όνειρο που σίγουρα πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν. Αλλά αυτό έπρεπε να είναι κόκκινη σημαία. Όποιος ξέρει καλά την Αμερική, γνωρίζει ότι οι υπάλληλοι της Goldman Sachs δεν έρχονται από τα υπόγεια του Jackson Heights του Κουίνς, αλλά από το Dalton, το Choate και το Exeter.

Παρίστανε ταυτότητες δαιμονοποιημένες στη φαντασία των Ρεπουμπλικάνων: Υποτίθεται ότι ήταν Εβραίος, άρα στόχος των θεωριών συνωμοσίας. Ότι ήταν ομοφυλόφιλος, άρα όλο και πιο συχνά στόχος της δεξιάς ως παιδόφιλος. Ότι ήταν Λατίνος μετανάστης, άρα στόχος των σκοτεινών φαντασιώσεων του λευκού μυαλού για τις δημογραφικές αλλαγές και το έγκλημα. Την ίδια στιγμή, ήταν Ρεπουμπλικάνος, υπερασπιστής αυτών των φανατισμών. Η συμμετοχή του στις ίδιες τις ομάδες, ενάντια στις οποίες εργαζόταν το κόμμα του, φαινόταν να απαλλάσσει τους ψηφοφόρους του από το αίσθημα συνενοχής.

Και φυσικά, υπήρξαν αξιοσημείωτες συμπτώσεις. Η τάση προβολής του Σάντος διασταυρώθηκε με στιγμές κρίσης της αμερικανικής συνείδησης. Είπε ότι οι παππούδες του – οι υποτιθέμενοι Εβραίοι – ήταν επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Είπε ότι η μαμά του έχασε τη ζωή της την 11η Σεπτεμβρίου. Ότι έχασε τέσσερις υπαλλήλους στη σφαγή του Παλς, όταν ένοπλος άνοιξε πυρ σε ένα γκέι κλαμπ του Ορλάντο. Φαίνεται ότι χρησιμοποίησε την τραγωδία αυτή για τη συγκέντρωση χρημάτων.

Μεταξύ των ερευνών για τον Σάντος, υπάρχει μία που σχετίζεται με τις δαπάνες της εκστρατείας και τον τρόπο με τον οποίο χρήματα αφαιρούνται από τον λογαριασμό του με ποσά ακριβώς κάτω από το ομοσπονδιακό όριο αναφοράς με αποδείξεις.

Ο Σάντος, σε αυτή την αφήγηση, έχει μια περίεργη βιογραφική σύνδεση με τον Φόρεστ Γκαμπ και με κρίσιμες ιστορικές στιγμές. Με τη ζωή του να αλλάζει ακριβώς τις στιγμές που αμφισβητήθηκε η ταυτότητα του έθνους. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτή η μυθοπλασία ήταν ελκυστική για τον Σάντος και τους ψηφοφόρους. Έγινε avatar των ΗΠΑ.

Με τόλμη και εξαπάτηση, και τη δήθεν άνεση στις οικονομικές παρανομίες, ο Σάντος, με όλα του τα ψέματα, φαίνεται να αποκαλύπτει μια άβολη αλήθεια για την αμερικανική πολιτική, τονίζοντας αυτό που ο Τζον Γκανζ ονόμασε «βασιλεία του εγκλήματος». Οι πολιτικοί, τελικά, λένε ψέματα διαρκώς, και οι Ρεπουμπλικάνοι, ιδιαίτερα, φαίνεται να ενσωμάτωσαν γρήγορα τη χρήση μυθοπλασίας και απατών που χειραγωγούν και εκβιάζουν κυβέρνηση, κόσμο και ελίτ. Είναι άραγε τα ψέματα του Σάντος πιο τραβηγμένα από τα λόγια του Τραμπ ότι οι εκλογές κλάπηκαν μέσω μιας τεράστιας συνωμοσίας; Είναι τα ψέματά του για το πού δούλευε και πήγαινε σχολείο πιο πονηρά από τον ισχυρισμό ότι τα εμβόλια Covid σκοτώνουν ανθρώπους ή ότι οι drag queens σκοτώνουν παιδιά σε δημόσιες βιβλιοθήκες; Ίσως το πραγματικό αμάρτημα του Σάντος δεν είναι τα ψέματα, αλλά τα λάθος ψέματα.

Οι Ρεπουμπλικάνοι συνάδελφοι του Σάντος προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν, καλώντας τον να παραιτηθεί. «Χρειάζεται βοήθεια», είπε η Τζέν. ΝτεΣένα, Ρεπ. στέλεχος του Λονγκ Άιλαντ. «Δεν είναι φυσιολογικός άνθρωπος». Και πράγματι, μπορείς να υποψιαστείς ότι υπάρχει κάτι λάθος εδώ, εκτός από την ηθική αυθαιρεσία: μια παραληρηματική τάση ή μια ρήξη με την πραγματικότητα που προκάλεσε όλες αυτές τις μυθοπλασίες. Αλλά θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι η παθολογία του Σάντος είναι μόνο δική του. Τα ψέματά του είναι προϊόν ενός πολιτικού συστήματος που υποκινεί την ανεντιμότητα, τιμωρεί την ειλικρίνεια και είναι γεμάτο ευκαιρίες για μικροαπατεώνες. Υπό αυτή την έννοια, ο Σάντος είναι ο πολιτικός που μας αξίζει.